Γράφει και φωτογραφίζει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΑΪΚΟΥΣΗΣ
Οκτώμισι το βράδυ, Πειραιώς 117. Το Floyd γεμίζει αργά, σαν ποτήρι που το σερβίρουν προσεκτικά. Χαζεύω τον χώρο όπως κάνω πάντα πριν από live. Είναι πανέμορφος. Κάποιος σκέφτηκε τα πασάκια, εκεί που αφήνεις την μπίρα σου και ξαναβρίσκεις τα χέρια σου. Μικρό πράγμα, αλλά σου κάνει τη ζωή εύκολη.
Μετά κατεβαίνω στο photo pit και η χαρά μου στενεύει, όσο και το pit. Πιο φαρδύ από του Gagarin και του Fuzz, εντάξει. Όταν όμως ο ίδιος χώρος λεγόταν Piraeus Academy, εκεί μπροστά χωρούσαμε όλοι, και κάθε κάδρο που έβγαινε ήταν έργο τέχνης. Τώρα στριμωχνόμαστε, εμείς που μέχρι σήμερα δίνουμε τις καλύτερες εικόνες από αυτές τις βραδιές. Κρίμα. Μεγάλο κρίμα.

Μέχρι να σβήσουν τα φώτα, το μαγαζί είχε γεμίσει. Όχι ασφυκτικά, αλλά για μια μπίρα ήθελες υπομονή και ελιγμούς. Οι περισσότεροι γύρω μου ήταν σαράντα συν, όπως ήταν αναμενόμενο, με λίγα νεανικά πρόσωπα εδώ κι εκεί. Και πολλά αγγλικά στον αέρα: τουρίστες, αρκετοί Βρετανοί, που βρήκαν ένα κομμάτι από το σπίτι τους να τους περιμένει στην Αθήνα.
Ο Tim Burgess βγήκε με τα μαύρα γυαλιά, τις μπούκλες και το λευκό μακρυμάνικο και άνοιξε με το Weirdo. Από εκείνη τη στιγμή τα χέρια του δεν ησύχασαν. Τα άπλωνε προς το κοινό σαν να μας έσπρωχνε κάτι, μια ζεστασιά, μια καλή ενέργεια, κι ύστερα τα γύριζε ανάποδα για να πάρει πίσω τη δική μας. Μια αδιάκοπη ανταλλαγή ενέργειας, όλη την ώρα, χωρίς διάλειμμα. Κάθε τόσο έσκυβε πάνω από τη σκηνή κι άγγιζε για μια στιγμή τα δάχτυλα όσων άπλωναν τα χέρια τους από κάτω. Δεν ήταν χειραψίες. Ήταν ένα αθόρυβο «είμαι εδώ».
Το North Country Boy ήρθε δεύτερο και το Floyd το τραγούδησε από την πρώτη λέξη. Ακολούθησαν Tellin’ Stories, Just When You’re Thinkin’ Things Over και One to Another. Λίγο πριν κλείσει το κυρίως set ήρθαν το We Are Love από τον τελευταίο δίσκο και το How High. Στο encore έπαιξαν άλλα έξι. Προτελευταίο το The Only One I Know, με τον τίτλο του να ταιριάζει σε ελάχιστους μέσα στην αίθουσα, γιατί οι περισσότεροι ήξεραν σχεδόν όλα τα τραγούδια. Τη βραδιά την έκλεισε το Sproston Green.
Κάπου εκεί κατάλαβα ότι το Floyd είχε πάψει να είναι χώρος. Ήταν ψυχεδέλεια: φως, καπνός, ένα κοινό που λικνιζόταν και μια μπάντα που δεν ήθελε να ξεκολλήσει από τη σκηνή.


Ο ήχος ήταν τέλειος και το show αψεγάδιαστο. Το ίδιο και η διοργάνωση, από τους ανθρώπους που μας χάρισαν το Release Festival και από τους οποίους, ας είμαστε ειλικρινείς, δεν περιμέναμε τίποτα λιγότερο.
Οι Charlatans γύρισαν μετά από χρόνια και έπαιξαν σαν να μην είχαν φύγει ποτέ. Βγήκα στην Πειραιώς με τα αυτιά να βουίζουν και την αίσθηση ότι κάποιος μου είχε επιστρέψει ένα κομμάτι από τα νιάτα μου, σε καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι το είχα αφήσει.
Υ.Γ. Τα φώτα δεν ήταν τόσο κόκκινα. Το styling στις φωτογραφίες είναι δικό μου, ένα κλείσιμο του ματιού στο Manchester, στην ψυχεδέλεια εκείνης της σκηνής και στο ληγμένο φίλμ του μυαλού μου.


