Γράφει ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Φωτογραφίζει η ΕΛΕΝΑ ΒΑΣΙΛΑΚΗ
Η πρώτη μέρα του Rock Hard Festival Greece 2026 άνοιξε με τον καλύτερο τρόπο ένα διήμερο αφιερωμένο στο heavy metal. Από νωρίς, η Τεχνόπολη άρχισε να γεμίζει με κόσμο, μπλουζάκια αγαπημένων συγκροτημάτων και εκείνη τη γνώριμη ανυπομονησία που προηγείται μιας μεγάλης συναυλιακής βραδιάς. Ο Σεπτέμβρης μπορεί ημερολογιακά να σηματοδοτεί το τέλος του καλοκαιριού, όμως στην Αθήνα η θερμοκρασία κυριολεκτικά και μουσικά παρέμενε υψηλή.
Όσο περνούσε η ώρα και ο κόσμος συγκεντρωνόταν μπροστά στη σκηνή, το φεστιβάλ άρχισε να βρίσκει τον ρυθμό του. Η πρώτη ημέρα είχε αρκετές διαφορετικές αποχρώσεις του σκληρού ήχου και, κυρίως, εμφανίσεις με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ελληνικό metal κοινό. Ήταν πλέον ώρα να αφήσουμε τις συζητήσεις για το line-up στην άκρη και να δούμε τι είχαν να πουν τα ίδια τα συγκροτήματα πάνω στη σκηνή.
Την αυλαία της πρώτης ημέρας ανέλαβαν να ανοίξουν οι Leatherhead, με τους Έλληνες metallers να μπαίνουν στη σκηνή με τη γνωστή τους ενέργεια και διάθεση να τα δώσουν όλα. Το set τους περιλάμβανε συνολικά επτά κομμάτια, ανάμεσά τους και νέο υλικό, δίνοντας έτσι μια πρώτη γεύση από το επόμενο βήμα της μπάντας.
Η αλήθεια είναι πως το κοινό στα πρώτα λεπτά ήταν μάλλον… μουδιασμένο. Βέβαια, μιλάμε για την αρχή μιας μεγάλης φεστιβαλικής ημέρας, με τον κόσμο να καταφθάνει ακόμη στην Τεχνόπολη, οπότε ως έναν βαθμό ήταν αναμενόμενο. Αυτό, πάντως, δεν φάνηκε να επηρεάζει καθόλου τους Leatherhead, οι οποίοι έπαιξαν με την ίδια ένταση και το ίδιο πάθος που χαρακτηρίζει γενικότερα τις ζωντανές εμφανίσεις τους.
Για το τέλος κράτησαν το ομώνυμο “Leatherhead”, κλείνοντας ιδανικά την εμφάνισή τους. Και φυσικά δεν θα μπορούσε να λείψει η χαρακτηριστική στιγμή με τον Τόλη, ο οποίος φόρεσε το ινδιάνικο καπέλο του, δίνοντας την τελευταία πινελιά σε ένα σύντομο αλλά γεμάτο ενέργεια set. Μπορεί το κοινό να χρειαζόταν ακόμη λίγο χρόνο για να «ξυπνήσει», οι Leatherhead όμως είχαν ήδη φροντίσει να ανάψουν τις μηχανές του φεστιβάλ.
- V.H.S.
- Summoning the Dead
- The Visitors
- Equinox
- Under Your Bed
- Incubus
- The Awakening (intro)
- Leatherhead

Στη συνέχεια ήρθε η ώρα για τους θεούς Primordial και, όσοι με ξέρετε, γνωρίζετε πολύ καλά ότι έχω ένα… μικρό θεματάκι μαζί τους. Οι Ιρλανδοί εμφανίστηκαν με ένα σύντομο αλλά απαιτητικό setlist, μόλις πέντε κομματιών, το οποίο όμως, αν με ρωτούσατε, δύσκολα θα μπορούσε να είναι καλύτερα επιλεγμένο για τον περιορισμένο χρόνο που είχαν στη διάθεσή τους.
Από τις πρώτες κιόλας νότες, η ατμόσφαιρα άλλαξε. Αυτό άλλωστε είναι ένα από τα μεγάλα χαρίσματα των Primordial: δεν χρειάζονται πολλά για να σε τραβήξουν στον δικό τους κόσμο. Λίγα λεπτά αρκούν για να γεμίσει ο χώρος με αυτή τη χαρακτηριστική μελαγχολία, την επικότητα και τη σκοτεινή ένταση που κουβαλά η μουσική τους.

Και φυσικά, στο επίκεντρο βρισκόταν για ακόμη μία φορά ο Alan Averill. Η φωνή του παραμένει συγκλονιστική, από εκείνες που δεν τις ακούς απλώς, αλλά τις αισθάνεσαι. Προσωπικά, μου προκαλούσε ρίγος σχεδόν σε κάθε του ερμηνεία. Από τα καθαρά, δραματικά σημεία μέχρι τα ξεσπάσματα, η χαρακτηριστική θεατρικότητα και η ένταση με την οποία βιώνει κάθε στίχο μετατρέπουν μια εμφάνιση των Primordial σε κάτι πολύ περισσότερο από ένα ακόμη metal live. Ο Averill δεν ερμηνεύει απλώς αυτά τα τραγούδια· μοιάζει κάθε φορά να τα ζει από την αρχή.
Πίσω του, η υπόλοιπη μπάντα έστηνε εκείνο το γνώριμο τείχος από μελαγχολικές κιθάρες, επικά περάσματα και σχεδόν πολεμικούς ρυθμούς, αφήνοντας τις συνθέσεις να αναπνεύσουν και να χτίσουν σταδιακά την έντασή τους. Οι Primordial δεν έχουν ανάγκη από εντυπωσιασμούς. Έχουν τα τραγούδια, την προσωπικότητα και κυρίως εκείνη τη σπάνια ικανότητα να δημιουργούν ατμόσφαιρα από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό.
Κάπου εδώ, όμως, πρέπει να σταθούμε και στη θέση τους στο πρόγραμμα. Μπορεί να ήταν μόλις το δεύτερο όνομα της ημέρας που ανέβηκε στη σκηνή, όμως αυτό που παρακολουθήσαμε έμοιαζε πολύ μεγαλύτερο από ένα set των πρώτων ωρών ενός φεστιβάλ. Με τόσα χρόνια στις πλάτες τους, τέτοια σκηνική παρουσία και, πάνω απ’ όλα, με ένα οπλοστάσιο τραγουδιών αυτού του επιπέδου, οι Primordial θα μπορούσαν άνετα να βρίσκονται πολύ ψηλότερα στη σειρά εμφάνισης και να κρατήσουν το κοινό καθηλωμένο για πολύ περισσότερο.

Δυστυχώς, όμως, το ρολόι ήταν αμείλικτο. Πέντε κομμάτια πέρασαν σχεδόν βασανιστικά γρήγορα και, όταν έφτασε το τέλος, η μοναδική ουσιαστική ένσταση ήταν ακριβώς αυτή: θέλαμε κι άλλο. Πολύ άλλο.
Χαρήκαμε που τους είδαμε για ακόμη μία φορά και τώρα το μόνο που μένει είναι να ευχηθούμε η επόμενη συνάντηση να μην αργήσει – και, ει δυνατόν, να είναι με τον χρόνο που πραγματικά τους αξίζει.
Άλλωστε, όσοι με ξέρετε, ξέρετε…
με τους Primordial έχω θέμα.

Μετά τους Primordial, όμως, ερχόταν μία από εκείνες τις εμφανίσεις που από μόνες τους αποτελούν λόγο για να βρεθείς σε ένα φεστιβάλ. Morgana Lefay. Ένα όνομα με τη δική του ξεχωριστή θέση στο ευρωπαϊκό heavy/power metal και, κυρίως, μια μπάντα που οι ευκαιρίες να δεις ζωντανά στις μέρες μας είναι από ελάχιστες έως ανύπαρκτες. Το πολυαναμενόμενο reunion των Σουηδών αποτελούσε επομένως μία από τις πραγματικές ιδιαιτερότητες του φετινού Rock Hard Festival.
Και υπάρχει πάντα κάτι διαφορετικό σε τέτοιες εμφανίσεις. Δεν παρακολουθείς ακόμη μία στάση μιας περιοδείας με τη βεβαιότητα ότι «θα τους ξαναδούμε». Γνωρίζεις πως αυτό που συμβαίνει μπροστά σου μπορεί να αργήσει πολύ να επαναληφθεί – αν επαναληφθεί. Αυτομάτως κάθε riff αποκτά λίγο μεγαλύτερο βάρος και κάθε τραγούδι μετατρέπεται σε μια στιγμή που θέλεις να κρατήσεις.

Από τις πρώτες νότες, πάντως, οι Morgana Lefay φρόντισαν να βάλουν στην άκρη τη νοσταλγία και να αφήσουν τη μουσική να μιλήσει. Εκείνη η γνώριμη, σκοτεινή και σχεδόν απειλητική ατμόσφαιρα ήταν παρούσα, όπως και τα βαριά riffs, οι μελωδίες και οι συνεχείς εναλλαγές που έκαναν ανέκαθεν δύσκολη την προσπάθεια να τους περιορίσεις σε μία συγκεκριμένη ταμπέλα. Heavy, power, progressive; Μικρή σημασία είχε εκείνη τη στιγμή. Αυτό που ακουγόταν από τη σκηνή ήταν απλώς Morgana Lefay.
Και φυσικά, στο κέντρο όλων βρισκόταν ο Charles Rytkönen. Η φωνή του αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας της μπάντας και ζωντανά αυτή η χαρακτηριστική σκοτεινή χροιά αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερη δύναμη. Θεατρικός και επιβλητικός, χωρίς να χρειάζεται να καταφεύγει σε υπερβολές, έδινε στις συνθέσεις εκείνη τη δραματικότητα που τις χαρακτήριζε ανέκαθεν. Και απέναντί του είχε ένα κοινό που ήξερε πολύ καλά πόσο ιδιαίτερη ήταν η στιγμή που ζούσε.
Το σημαντικότερο, όμως, ήταν πως όσο περνούσε η ώρα τόσο λιγότερο σκεφτόσουν ότι παρακολουθείς ένα reunion. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μπορείς να κάνεις σε μια μπάντα που επιστρέφει έπειτα από τόσο καιρό. Δεν υπήρχε η αίσθηση μουσικών που μαζεύτηκαν για να ξεσκονίσουν για λίγο το παρελθόν τους. Υπήρχε μια κανονική μπάντα πάνω στη σκηνή, με ένταση, συνοχή και τραγούδια που εξακολουθούσαν να έχουν λόγο ύπαρξης στο σήμερα.

Για αρκετούς μάλιστα, ήταν πιθανότατα η πρώτη ευκαιρία να ακούσουν ζωντανά κομμάτια που τους συνόδευαν εδώ και δεκαετίες. Για άλλους, μια συνάντηση που περίμεναν χρόνια να επαναληφθεί. Και κάπου εκεί βρίσκεται όλη η ομορφιά τέτοιων reunion: για μία ώρα εξαφανίζονται τα χρόνια που μεσολάβησαν και μένουν μόνο η μπάντα, το κοινό και τα τραγούδια.
Οι Morgana Lefay δεν αποτέλεσαν, λοιπόν, απλώς ακόμη ένα όνομα στο πρόγραμμα. Ήταν μία από εκείνες τις σπάνιες «πολυτέλειες» που μπορούν να κάνουν ένα φεστιβάλ πραγματικά ξεχωριστό: η ευκαιρία να δεις μπροστά σου μια μπάντα που είχες σχεδόν συμβιβαστεί με την ιδέα ότι ίσως να μη δεις ποτέ.
Και όταν τελείωσε το set, έμεινε κυρίως μία σκέψη:
Ωραία τα reunion. Ακόμη καλύτερα όταν σε κάνουν να εύχεσαι να μην είναι προσωρινά.

Και κάπου εδώ έφτασε η στιγμή για τους ΘΕΟΥΣ Stratovarius. Και όχι, το «θεούς» δεν το χρησιμοποιώ καθόλου τυχαία. Οι Φινλανδοί δεν ήρθαν στην Αθήνα για να παρουσιάσουν ένα τυπικό festival set με τα απαραίτητα hits, αλλά έχοντας στις αποσκευές τους κάτι πολύ πιο ξεχωριστό: ένα σπάνιο, σχεδόν εξ ολοκλήρου 90s set, βγαλμένο από εκείνη τη μυθική περίοδο κατά την οποία η μία δισκάρα διαδεχόταν την άλλη και οι Stratovarius έγραφαν με χρυσά γράμματα το όνομά τους στην ιστορία του ευρωπαϊκού power metal.
Και όταν μια συναυλία ξεκινά με το “Destiny”, τι ακριβώς μπορείς να πεις; Ένα δεκάλεπτο έπος ως εναρκτήριο κομμάτι, χωρίς ζέσταμα και χωρίς ασφαλείς επιλογές. Οι πρώτες νότες ήταν αρκετές για να καταλάβουμε ότι το επόμενο διάστημα θα πραγματοποιούσαμε ένα γερό ταξίδι πίσω στον χρόνο. Episode, Visions, Destiny: τρεις δίσκοι που σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή και που εκείνο το βράδυ θα είχαν την τιμητική τους.

Το “Phoenix” ανέβασε αμέσως τις στροφές και το “The Kiss of Judas” που ακολούθησε ήταν από εκείνες τις στιγμές που αρκεί να κοιτάξεις γύρω σου για να καταλάβεις πόσο βαθιά έχουν ριζώσει ορισμένα τραγούδια μέσα στους οπαδούς αυτής της μπάντας. Το “S.O.S.” συνέχισε την επέλαση, πριν το instrumental “Stratosphere” αφήσει για λίγο στην άκρη τα sing-alongs και μας υπενθυμίσει πόσο εξωφρενικό επίπεδο μουσικών διαθέτουν διαχρονικά οι Stratovarius. Jens Johansson και Matias Kupiainen σε πρώτο πλάνο και εμείς απλώς να χαζεύουμε.
Και μετά ήρθε το “4000 Rainy Nights”. Εκεί η βραδιά απέκτησε πλέον μια διαφορετική, περισσότερο συναισθηματική διάσταση. Γιατί αυτό που παρακολουθούσαμε δεν ήταν απλώς μια συλλογή από παλιά αγαπημένα τραγούδια. Ήταν μια βουτιά σε μια συγκεκριμένη εποχή της ζωής της μπάντας – και, για πολλούς από εμάς, πιθανότατα και της δικής μας. Υπάρχουν δίσκοι που δεν συνδέονται μόνο με τη μουσική που ακούγαμε, αλλά με το πού βρισκόμασταν όταν την ακούγαμε. Και κάπου εκεί η νοσταλγία άρχισε να χτυπάει επικίνδυνα κόκκινο.
Μέχρι που ακούστηκαν οι πρώτες νότες του “Black Diamond”.
Ε, εντάξει.

Από εκεί και πέρα κάθε απόπειρα ψύχραιμης καταγραφής μπορούσε να πάει προσωρινά περίπατο. Το “Paradise” που ακολούθησε και το καταιγιστικό “Speed of Light” ολοκλήρωσαν μια τριάδα από Visions και Episode που προσωπικά θα μπορούσα να ακούω μέχρι το επόμενο πρωί χωρίς την παραμικρή ένσταση. Ταχύτητα, μελωδία, πλήκτρα, δισολίες και εκείνα τα τεράστια ρεφρέν που κάποτε αποτέλεσαν σχεδόν το εγχειρίδιο του ευρωπαϊκού power metal.
Και μέσα σε όλα αυτά, αξίζει να σταθεί κανείς και στην ίδια την μπάντα. Γιατί η νοσταλγία είναι ωραίο πράγμα, αλλά από μόνη της δεν αρκεί για να στηρίξει μια συναυλία. Οι Stratovarius δεν ακούστηκαν σαν ένα συγκρότημα που απλώς επιστρέφει στο ένδοξο παρελθόν του. Ακούστηκαν δεμένοι, δυνατοί και, κυρίως, σαν να εξακολουθούν να πιστεύουν απόλυτα σε αυτά τα τραγούδια. Ο Timo Kotipelto είχε μπροστά του ένα ιδιαίτερα απαιτητικό set, ο Johansson παραμένει Johansson κατηγορία από μόνος του και ο Kupiainen απέδειξε για ακόμη μία φορά ότι έχει κερδίσει προ πολλού τη θέση του μέσα στην ιστορία της μπάντας.
Το μοναδικό ουσιαστικό «σπάσιμο» από τη χρονομηχανή των 90s κρατήθηκε για το τέλος. “Hunting High and Low” από το Infinite του 2000. Ναι, ημερολογιακά μάς χάλασε το concept για λίγους μήνες. Αλλά όταν έχεις μπροστά σου μια ολόκληρη Τεχνόπολη να τραγουδά το ρεφρέν, πρέπει να είσαι πραγματικά πολύ περίεργος άνθρωπος για να αρχίσεις να διαμαρτύρεσαι για τη χρονολογία κυκλοφορίας.
“Destiny”, “Phoenix”, “The Kiss of Judas”, “S.O.S.”, “Stratosphere”, “4000 Rainy Nights”, “Black Diamond”, “Paradise”, “Speed of Light”, “Hunting High and Low”.

Δέκα τραγούδια. Περίπου μία ώρα. Και ένα setlist που έμοιαζε να έχει σχεδιαστεί από κάποιον που γνώριζε ακριβώς ποια κουμπιά έπρεπε να πατήσει στους παλιούς οπαδούς των Stratovarius.
Θα μπορούσαμε να ζητήσουμε κι άλλα; Προφανώς. Όταν μια μπάντα έχει τέτοια δισκογραφία, πάντα μπορείς να βρεις δέκα ακόμη τραγούδια που «έπρεπε» να παίξει. Αλλά αυτό θα ήταν μάλλον αχαριστία. Γιατί εκείνο το βράδυ οι Stratovarius μάς έδωσαν κάτι πολύ καλύτερο από ένα απλό greatest-hits festival set. Μας έδωσαν μια ώρα βουτηγμένη σε μία από τις σπουδαιότερες περιόδους της ιστορίας τους.
Οι Stratovarius έχουν περάσει αλλαγές μελών, διαφορετικές εποχές και ουκ ολίγες περιπέτειες μέσα στις δεκαετίες. Τα συγκεκριμένα τραγούδια, όμως, έχουν ένα εκνευριστικό χαρακτηριστικό:
αρνούνται πεισματικά να γεράσουν.
Για μία ώρα, λοιπόν, η Τεχνόπολη γύρισε πίσω στα 90s.
Και μεταξύ μας;
Κανείς μας δεν είχε την παραμικρή διάθεση να επιστρέψει στο 2026.

Και μετά τους Stratovarius ήρθε η στιγμή που πολλοί περιμέναμε με τεράστια ανυπομονησία. Η στιγμή που το κλίμα της βραδιάς θα άλλαζε ξανά ολοκληρωτικά. Οι Blood Fire Death δεν ήταν απλώς οι headliners της πρώτης ημέρας. Ήταν ένας φόρος τιμής στον Quorthon και στους Bathory, σε έναν άνθρωπο και μια μπάντα που χωρίς υπερβολή άλλαξαν την πορεία του ακραίου metal και άφησαν πίσω τους μια κληρονομιά που εξακολουθεί να επηρεάζει ολόκληρες γενιές μουσικών.
Και μόνο το line-up που είχε συγκεντρωθεί για να υπηρετήσει αυτή την κληρονομιά έμοιαζε σχεδόν εξωπραγματικό. Δεν επρόκειτο για μια ακόμη tribute μπάντα που θα ανέβαινε στη σκηνή για να παίξει μερικές διασκευές στους Bathory. Εδώ υπήρχαν μουσικοί που κουβαλούσαν τη δική τους τεράστια ιστορία στον ακραίο ήχο, άνθρωποι που όχι μόνο γνώριζαν τι σημαίνει Bathory, αλλά σε μεγάλο βαθμό είχαν επηρεαστεί από το μονοπάτι που άνοιξε ο Quorthon.
Και αυτό έκανε την προσμονή ακόμη μεγαλύτερη

Και το line-up που είχε συγκεντρωθεί για αυτή την ιδιαίτερη περίσταση έμοιαζε σχεδόν εξωπραγματικό: Ihsahn των Emperor, Blasphemer (ex-Mayhem), Apollyon (Aura Noir, ex-Immortal) και Faust (ex-Emperor), ενώ κατά τη διάρκεια του set στη σκηνή εμφανίστηκαν και ξεχωριστοί guests, όπως ο Grutle Kjellson των Enslaved και ο Frederick Melander, πρώην μπασίστας των ίδιων των Bathory. Αν μη τι άλλο, δύσκολα θα μπορούσες να συγκεντρώσεις καταλληλότερους ανθρώπους για να αποτίσουν φόρο τιμής σε μια μπάντα που επηρέασε τόσο βαθιά την εξέλιξη του ακραίου metal.
Και τι καλύτερος τρόπος να ξεκινήσει αυτή η τελετή από το “A Fine Day to Die”;
Στο μικρόφωνο ο Ihsahn και κάπου εκεί ήρθε η πρώτη πραγματικά ανατριχιαστική στιγμή. Το να ακούς μία από τις πλέον εμβληματικές συνθέσεις των Bathory μέσα από τη φωνή ενός ανθρώπου που έγραψε με τη σειρά του ένα τεράστιο κεφάλαιο στην ιστορία του black metal είχε έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Σαν να έκλεινε, για λίγα λεπτά, ένας κύκλος επιρροής δεκαετιών.

Και το σημαντικότερο ήταν ότι ο Ihsahn δεν προσπάθησε να γίνει Quorthon. Και ευτυχώς. Πέρασε το τραγούδι μέσα από τη δική του προσωπικότητα, χωρίς όμως να του στερήσει τίποτα από τον επικό, σκοτεινό και απόκοσμο χαρακτήρα του. Με τις πρώτες κιόλας νότες, η ατμόσφαιρα στην Τεχνόπολη είχε αλλάξει ολοκληρωτικά. Δεν ένιωθες πλέον ότι παρακολουθούσες απλώς το headline show ενός festival. Έμοιαζε περισσότερο με μια μεγάλη τελετουργία προς τιμήν του Quorthon.
Και από εκεί άνοιξε πραγματικά το βιβλίο των Bathory. “The Rite of Darkness”, “Enter the Eternal Fire”, “For All Those Who Died”, “Born for Burning”, “Call From the Grave”. Η μία σύνθεση μετά την άλλη, με το set να μετακινείται ανάμεσα στις διαφορετικές εποχές και στα διαφορετικά πρόσωπα μιας δισκογραφίας που ουσιαστικά βοήθησε να γεννηθούν ολόκληρα παρακλάδια του metal
Ιδιαίτερη στιγμή φυσικά και το “Shores in Flames”, γιατί εκεί ερχόταν στην επιφάνεια η άλλη μεγάλη πλευρά της κληρονομιάς του Quorthon. Όχι μόνο η πρωτόγονη black metal αγριότητα των πρώτων χρόνων, αλλά και εκείνη η μεγαλειώδης, επική πλευρά που άνοιξε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο και άφησε πίσω της αμέτρητους συνεχιστές. Και με ανθρώπους όπως ο Grutle Kjellson να συμμετέχουν σε αυτή τη γιορτή, η σύνδεση ανάμεσα στις γενιές γινόταν ακόμη πιο έντονη.
“Raise the Dead”, “The Return of Darkness and Evil”, “Sacrifice”, “Woman of Dark Desires” και πλέον η Τεχνόπολη είχε παραδοθεί ολοκληρωτικά στον κόσμο των Bathory. Το γεγονός ότι διαφορετικές προσωπικότητες αναλάμβαναν κατά διαστήματα τα ηνία έκανε την εμφάνιση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Δεν βλέπαμε κάποιον να επιχειρεί να υποδυθεί τον Quorthon – κάτι που ούτως ή άλλως θα ήταν καταδικασμένο να αποτύχει. Βλέπαμε μουσικούς που επηρεάστηκαν άμεσα ή έμμεσα από εκείνον να καταθέτουν τη δική τους ερμηνεία πάνω στα τραγούδια του.
Και αυτή ήταν ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία των Blood Fire Death.

Δεν προσπάθησαν να γίνουν Bathory.
Προσπάθησαν να τιμήσουν τους Bathory.
Όταν, λοιπόν, ήρθε η ώρα του “Blood Fire Death” για να κλείσει τον κύκλο, ο τίτλος του project απέκτησε όλο του το νόημα. Δώδεκα τραγούδια και περίπου 75 λεπτά αργότερα, είχε γίνει κάτι πολύ περισσότερο από μια αναδρομή σε μια σπουδαία δισκογραφία. Ήταν μια υπενθύμιση του μεγέθους της κληρονομιάς που άφησε πίσω του ένας άνθρωπος ο οποίος, χωρίς να περιοδεύει ασταμάτητα και χωρίς να ακολουθεί τους συνηθισμένους κανόνες της μουσικής βιομηχανίας, κατάφερε να επηρεάσει όσο ελάχιστοι την εξέλιξη του ακραίου και επικού metal.
Και ίσως αυτή να ήταν τελικά η πιο δυνατή εικόνα της βραδιάς: μουσικοί από Emperor, Mayhem, Immortal, Aura Noir και Enslaved, μαζί με έναν άνθρωπο που υπήρξε πραγματικά μέλος των Bathory, να βρίσκονται στην ίδια σκηνή και να παίζουν αυτά τα τραγούδια μπροστά σε ένα κοινό που γνώριζε ότι πιθανότατα δεν θα είχε ποτέ την ευκαιρία να τα ακούσει από τον ίδιο τον δημιουργό τους.
Ο Quorthon έφυγε νωρίς.
Η μουσική του, όμως, ήταν εκεί. Και για 75 λεπτά ήταν εκκωφαντικά ζωντανή.


