Γράφει ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Φωτογραφίζει η ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΗΤΙΚΑ
Μπαίνοντας στον χώρο του Gagarin, περίπου είκοσι λεπτά πριν από την έναρξη του live, η πρώτη εικόνα που αντικρίσαμε ήταν ένας χώρος που δεν είχε ακόμη συγκεντρώσει ιδιαίτερα πολύ κόσμο. Κάτι που, δεδομένου ότι η συναυλία πραγματοποιούνταν καθημερινή, δεν μας προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση.
Αφού αφήσαμε τα πράγματά μας, παραλάβαμε τα αναμνηστικά μας εισιτήρια και κατευθυνθήκαμε προς το γνώριμο σημείο μας, μπροστά στο κάγκελο, πήραμε θέση και περιμέναμε με ανυπομονησία την έναρξη. Το πρώτο ερώτημα της βραδιάς αφορούσε τους Unleashed και το κατά πόσο θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες του κοινού. Άλλωστε, ένα σημαντικό μέρος των οπαδών περίμενε αρχικά να δει τους Marduk, οι οποίοι είχαν ανακοινωθεί ως special guests της περιοδείας. Η αλλαγή αυτή είχε δημιουργήσει εύλογα ερωτήματα σχετικά με το πώς θα γινόταν δεκτή η νέα σύνθεση της συναυλίας.
Έτσι, πριν ακόμη ακουστεί η πρώτη νότα, υπήρχε ήδη μια συγκεκριμένη προσμονή: να δούμε αν οι Σουηδοί Unleashed θα κατάφερναν να κερδίσουν το κοινό και να δώσουν στη βραδιά τη δυναμική που της άξιζε.

Με το εναρκτήριο «To Asgaard We Fly» και τη συνέχεια με τα «Destruction (of the Race of men)» και «Hammer Battalion», οι Unleashed δεν χρειάστηκαν ιδιαίτερο χρόνο για να μπουν στο κλίμα. Από τις πρώτες κιόλας νότες, μια σουηδική death metal μηχανή πήρε μπρος και άρχισε να ισοπεδώνει τα πάντα στο πέρασμά της. Ωμός ήχος, επιθετικότητα και ασταμάτητος ρυθμός, με τους βετεράνους Σουηδούς να υπενθυμίζουν πως το death metal δεν χρειάζεται περιττές φιοριτούρες όταν έχει την απαραίτητη δύναμη και ουσία.
Η αρχική επιφύλαξη για το κατά πόσο οι Unleashed θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες της βραδιάς άρχισε να δίνει τη θέση της στην ίδια τη μουσική. Το ζητούμενο πλέον ήταν να απολαύσουμε το σετ και να δούμε μέχρι πού μπορούσε να φτάσει η ένταση, με το κάγκελο να αποτελεί για ακόμη μία φορά το ιδανικό σημείο παρακολούθησης μιας τέτοιας εμφάνισης.

Αυτό που αξίζει να τονιστεί ιδιαίτερα είναι πως ο ήχος παρέμεινε άρτιος καθ’ όλη τη διάρκεια του σετ, επιτρέποντας σε κάθε όργανο να ακούγεται καθαρά και να αποδίδει τον όγκο και την επιθετικότητα που απαιτεί το συγκεκριμένο είδος. Δεν έλειψε τίποτα από την ηχητική πλευρά της εμφάνισης, με τις κιθάρες να κόβουν σαν ξυράφι, τα τύμπανα να κρατούν αμείωτη την ένταση και το μπάσο να συμπληρώνει ιδανικά αυτό το βαρύ, σουηδικό death metal οικοδόμημα.
Όσο για το setlist, οι Unleashed φρόντισαν να καλύψουν ένα σημαντικό κομμάτι της δισκογραφικής τους πορείας, ισορροπώντας ανάμεσα στο παρόν και στις πρώτες, ιστορικές ημέρες τους. Από τον πιο πρόσφατο δίσκο τους, Fire Upon Your Lands (2025), ακούσαμε τα «To My Only Son», «Hold Your Hammers High!» και «War Comes Again», αποδεικνύοντας πως η μπάντα δεν έχει μείνει προσκολλημένη αποκλειστικά στο παρελθόν της, αλλά συνεχίζει να παράγει υλικό που στέκεται επάξια δίπλα στις παλιότερες κυκλοφορίες της.

Από την άλλη πλευρά, η επιστροφή στις ρίζες ήρθε μέσα από κομμάτια όπως τα «The Dark One», «Into Glory Ride» και «Before the Creation of Time», από το εμβληματικό ντεμπούτο Where No Life Dwells του 1991. Ειδικά αυτές οι στιγμές είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς μας υπενθύμισαν γιατί οι Unleashed συγκαταλέγονται στους θεμελιωτές του σουηδικού death metal. Ωμή δύναμη, απλές αλλά αποτελεσματικές συνθέσεις και μια αίσθηση πολεμικής ορμής που παραμένει αναλλοίωτη στον χρόνο.
Το πέρασμα από το νεότερο υλικό στις παλιές συνθέσεις έγινε με φυσικότητα, χωρίς να δημιουργείται η αίσθηση πως το συγκρότημα αναγκάζεται να ανατρέξει στο ένδοξο παρελθόν του για να κερδίσει τις εντυπώσεις. Αντιθέτως, οι Unleashed έδειξαν πως αντιμετωπίζουν τη δισκογραφία τους ως ένα ενιαίο σύνολο, με κάθε εποχή να έχει τη δική της θέση μέσα στο live. Και με τον ήχο να παραμένει υποδειγματικός, το αποτέλεσμα ήταν ένα σετ που δεν άφησε περιθώρια για παράπονα.
Η κορύφωση του σετ ήρθε με το «Death Metal Victory» και το «Countess Bathory» των Venom, όπου επιτέλους είδαμε λίγη περισσότερη κινητικότητα μπροστά στη σκηνή. Δεν έλειψαν τα stage dives, ενώ σχηματίστηκε και ένα μικρό mosh pit, δίνοντας για λίγο την απαραίτητη ζωντάνια στον χώρο και δημιουργώντας εικόνες αντάξιες της μουσικής που ακούγαμε.

Αν θέλουμε, όμως, να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, η συνολική ανταπόκριση του κοινού ήταν μάλλον υποτονική. Παρά την εξαιρετική απόδοση των Unleashed και τον άρτιο ήχο, η ενέργεια που έβγαινε από τη σκηνή δεν επέστρεφε στον ίδιο βαθμό από την πλευρά του κόσμου. Για μια μπάντα με τέτοια ιστορία και με ένα υλικό που προσφέρεται για ανελέητο headbanging, θα περιμέναμε σαφώς μεγαλύτερη συμμετοχή και περισσότερο παλμό.
Αυτό, φυσικά, δεν αναιρεί την αξία της εμφάνισής τους. Οι Unleashed έφεραν εις πέρας την αποστολή τους με επαγγελματισμό, δύναμη και ένα σετ που κάλυψε διαφορετικές περιόδους της δισκογραφίας τους. Το αν το κοινό θα μπορούσε να ανταποκριθεί πιο έντονα είναι μια άλλη συζήτηση, αλλά η αίσθηση που μας έμεινε ήταν πως η μπάντα άξιζε κάτι περισσότερο από την ανταπόκριση που τελικά έλαβε.
Με την ολοκλήρωση του σετ τους, η σκυτάλη περνούσε πλέον στους Mayhem. Και αν οι Unleashed είχαν ήδη δώσει τη δική τους death metal απάντηση, απέμενε να δούμε τι θα ακολουθούσε όταν θα έπεφτε το σκοτάδι πάνω από το Gagarin.
Με την ολοκλήρωση του σετ των Unleashed, ακολούθησε η αναμονή για την εμφάνιση των Mayhem. Για να στηθεί το σκηνικό των Νορβηγών χρειάστηκαν περίπου 35-40 λεπτά, χρόνος που, βλέποντας το τελικό αποτέλεσμα, μόνο χαμένος δεν μπορεί να θεωρηθεί. Αυτό που ετοιμαζόταν πάνω στη σκηνή ήταν πραγματικά αξιοζήλευτο, αντάξιο μιας μπάντας του βεληνεκούς των Mayhem, η οποία εδώ και δεκαετίες αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά ονόματα της black metal σκηνής.
Η προετοιμασία και μόνο δημιουργούσε την αίσθηση πως δεν επρόκειτο να παρακολουθήσουμε απλώς μια ακόμη συναυλία, αλλά μια ολοκληρωμένη οπτικοακουστική εμπειρία, με το σκηνικό να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας της εμφάνισης. Οι προσδοκίες πλέον ανέβαιναν αισθητά και το ενδιαφέρον στρεφόταν στο πώς οι Mayhem θα αξιοποιούσαν αυτόν τον χώρο για να μεταφέρουν τη δική τους σκοτεινή αισθητική στο κοινό του Gagarin 205.

Η συνέχεια ήρθε με το «Buried by Time and Dust», από το ιστορικό De Mysteriis Dom Sathanas. Εδώ μιλάμε για μία από τις συνθέσεις που καθόρισαν τον ήχο του νορβηγικού black metal, με τα παγωμένα riffs, τη διαρκή αίσθηση απειλής και την ατμόσφαιρα που μοιάζει να σε τραβάει σε έναν κόσμο χωρίς επιστροφή. Η μετάβαση από το νεότερο υλικό σε ένα τόσο εμβληματικό κομμάτι λειτούργησε ιδανικά, υπενθυμίζοντας πως οι Mayhem δεν στηρίζονται αποκλειστικά στην ιστορία τους, αλλά αξιοποιούν ολόκληρη τη διαδρομή τους για να διαμορφώσουν το σημερινό τους πρόσωπο.
Με το «Bad Blood», οι Mayhem πέρασαν σε πιο σύγχρονα, επιθετικά μονοπάτια, αποδεικνύοντας πως η μουσική τους δεν περιορίζεται στις κλασικές φόρμες του black metal. Το κομμάτι από το Daemon διατήρησε την ένταση ψηλά, ενώ η συνέχεια με το «Life Is a Corpse You Drag» έφερε ακόμη μία σύνθεση από τη νεότερη περίοδο της μπάντας, με τον τίτλο και την ίδια τη μουσική να αποπνέουν τον χαρακτηριστικό μηδενισμό που διατρέχει μεγάλο μέρος της αισθητικής της.
Στη συνέχεια, το «Ancient Skin» μάς γύρισε πίσω στο Wolf’s Lair Abyss, μια κυκλοφορία που σηματοδότησε μια σημαντική περίοδο στην ιστορία των Mayhem. Εδώ η ατμόσφαιρα έγινε πιο ωμή και επιθετική, με τη σύνθεση να υπενθυμίζει μια διαφορετική πλευρά της μπάντας, μακριά από την τελετουργική μεγαλοπρέπεια του De Mysteriis Dom Sathanas.

Το «Psywar» έφερε στο προσκήνιο το υλικό του Esoteric Warfare, ενώ ακολούθησαν δύο κομμάτια από το Grand Declaration of War: τα «To Daimonion» και «View From Nihil». Η συγκεκριμένη επιλογή είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για έναν δίσκο που απομακρύνθηκε από τις παραδοσιακές δομές του black metal, εισάγοντας πιο πειραματικές και ασυνήθιστες προσεγγίσεις. Το «View From Nihil», ειδικότερα, με τον ψυχρό και σχεδόν μηχανικό χαρακτήρα του, αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της πιο απρόβλεπτης πλευράς των Mayhem.
Το «Whore», από το Chimera, συμπλήρωσε αυτό το μέρος του σετ, διατηρώντας την ισορροπία ανάμεσα στην ωμή επιθετικότητα και στις διαφορετικές μουσικές κατευθύνσεις που έχει ακολουθήσει το συγκρότημα. Η επιλογή των κομματιών μέχρι εκείνο το σημείο έδειχνε ξεκάθαρα πως οι Mayhem δεν είχαν έρθει στην Αθήνα για να παρουσιάσουν ένα νοσταλγικό best of, αλλά για να καλύψουν ουσιαστικές στιγμές από την πολυτάραχη πορεία τους.

Και κάπου εκεί ήρθε η στιγμή που πολλοί περίμεναν: το «Freezing Moon». Ένα κομμάτι που έχει ξεπεράσει εδώ και χρόνια τα όρια μιας απλής σύνθεσης, αποτελώντας έναν από τους πλέον αναγνωρίσιμους ύμνους ολόκληρης της black metal σκηνής.
Η μετάβαση προς το κομμάτι δημιούργησε μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, με τη φωνή του Dead να ακούγεται ως εισαγωγή, πριν η σύνθεση πάρει τη θέση της μέσα στον χώρο. Είναι από εκείνες τις στιγμές όπου η ιστορία των Mayhem, με όλο το βάρος και τις αντιφάσεις της, γίνεται αναπόσπαστο μέρος της εμπειρίας. Τα παγωμένα riffs και η στοιχειωτική μελωδία του κομματιού διατηρούν τη δύναμή τους δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του, χωρίς να χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις.
Η συνέχεια με το «Chimera», από τον ομώνυμο δίσκο του 2004, επανέφερε την πιο επιθετική και σύγχρονη πλευρά του συγκροτήματος. Ακολούθησαν τα «Cursed in Eternity» και «From the Dark Past», δύο ακόμη συνθέσεις από το De Mysteriis Dom Sathanas, που επανέφεραν το σετ στον κλασικό ήχο με τον οποίο οι Mayhem σφράγισαν την ιστορία του νορβηγικού black metal.
Αυτό που έκανε ενδιαφέρουσα τη συγκεκριμένη διαδρομή ήταν ακριβώς η εναλλαγή των διαφορετικών περιόδων. Από το πρωτόγονο σκοτάδι των αρχών της δεκαετίας του ’90 μέχρι τις πιο πειραματικές και σύνθετες στιγμές τους, οι Mayhem παρουσίασαν μια εικόνα της καριέρας τους χωρίς να εγκλωβιστούν σε μία μόνο εποχή.

Πριν από την ολοκλήρωση του βασικού σετ, ακούσαμε το «Weep for Nothing», ακόμη μία σύνθεση από το Liturgy of Death. Η παρουσία τριών κομματιών από τη νεότερη δουλειά τους έδειξε πως το συγκρότημα δίνει ουσιαστικό χώρο στο καινούργιο υλικό, αντί να το αντιμετωπίζει απλώς ως συμπλήρωμα ανάμεσα στους παλιούς ύμνους.
Και τότε ήρθε η ώρα για το encore. Το «Silvester Anfang» ακούστηκε ως εισαγωγή για την επιστροφή στη σκηνή, οδηγώντας μας κατευθείαν στις πρώτες, ακραίες ημέρες των Mayhem. Το Deathcrush δεν ήταν απλώς μια ιστορική κυκλοφορία, αλλά ένα σημείο εκκίνησης για τον ωμό και ακραίο ήχο που επηρέασε καθοριστικά την εξέλιξη του black metal.
Το ομώνυμο «Deathcrush» έδωσε το έναυσμα για μια επιστροφή στην πρωτόγονη επιθετικότητα, ενώ το «Chainsaw Gutsfuck» συνέχισε στο ίδιο ανελέητο ύφος. Εδώ αφήσαμε πίσω τις πιο ατμοσφαιρικές και πειραματικές διαδρομές του βασικού σετ, για να βρεθούμε αντιμέτωποι με την ωμή, σχεδόν χαοτική πλευρά της μπάντας.

Η συνέχεια με το «Carnage» και το «Pure Fucking Armageddon» ολοκλήρωσε την εμφάνιση με τον πιο κατάλληλο τρόπο. Δύο κομμάτια που παραπέμπουν ευθέως στις απαρχές του συγκροτήματος και σε μια εποχή όπου οι Mayhem διαμόρφωναν ακόμη τη δική τους εκδοχή του ακραίου ήχου. Το κλείσιμο δεν βασίστηκε στη νοσταλγία, αλλά στην υπενθύμιση του πόσο ακατέργαστη και ακραία υπήρξε εξαρχής η μουσική τους ταυτότητα.
Συνολικά, το setlist των Mayhem αποτέλεσε μια διαδρομή δεκαεννέα κομματιών μέσα από διαφορετικές περιόδους της δισκογραφίας τους, με ιδιαίτερη έμφαση στο De Mysteriis Dom Sathanas, στο Deathcrush και στο νεότερο Liturgy of Death. Μια επιλογή που επέτρεψε στο συγκρότημα να παρουσιάσει όχι μόνο την ιστορία του, αλλά και τις διαφορετικές κατευθύνσεις που έχει ακολουθήσει όλα αυτά τα χρόνια.

Φεύγοντας από το Gagarin, η αίσθηση που μας έμεινε ήταν ανάμεικτη. Από τη μία, οι Unleashed στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων, προσφέροντας ένα δυνατό death metal σετ, με εξαιρετικό ήχο και μια αναδρομή σε διαφορετικές περιόδους της δισκογραφίας τους. Από την άλλη, οι Mayhem, παρά το εντυπωσιακό σκηνικό και το υλικό που παρουσίασαν, δεν κατάφεραν να προσφέρουν την ηχητική εμπειρία που θα περιμέναμε από ένα όνομα τέτοιου βεληνεκούς. Τα προβλήματα στη μίξη, με τη μία κιθάρα να χάνεται και τα φωνητικά του Attila να μην ακούγονται επαρκώς, αποτέλεσαν μια ουσιαστική αδυναμία που δύσκολα μπορούσε να αγνοηθεί.
Σίγουρα, το να βλέπεις ζωντανά τους Mayhem και να ακούς κομμάτια-σταθμούς όπως τα «Freezing Moon», «Buried by Time and Dust» και «Deathcrush» έχει τη δική του ξεχωριστή αξία. Ωστόσο, η ιστορία και το όνομα μιας μπάντας δεν αρκούν από μόνα τους για να εγγυηθούν μια ολοκληρωμένη συναυλιακή εμπειρία. Ο ήχος, η απόδοση και η συνολική ατμόσφαιρα πρέπει να λειτουργούν αρμονικά, ώστε το αποτέλεσμα να δικαιώνει τις προσδοκίες.
Κάπως έτσι, η βραδιά στο Gagarin μάς άφησε με την ικανοποίηση μιας δυνατής εμφάνισης από τους Unleashed, αλλά και με την αίσθηση ότι οι Mayhem θα μπορούσαν να είχαν προσφέρει πολλά περισσότερα, αν ο ήχος δεν στεκόταν εμπόδιο. Μια συναυλία με σημαντικές στιγμές, ιστορικές συνθέσεις και ένα εντυπωσιακό σκηνικό, που όμως δεν κατάφερε να φτάσει στο επίπεδο που υποσχόταν το ίδιο το όνομα των πρωταγωνιστών της.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, όσο σκοτεινή κι αν είναι η τελετουργία, όσο εμβληματικά κι αν είναι τα ονόματα πάνω στην αφίσα, αυτό που μένει είναι η εμπειρία που ζεις μπροστά στη σκηνή. Και αυτή τη φορά, τουλάχιστον ηχητικά, δεν ήταν όλα όπως θα έπρεπε.

