Γράφει ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Φωτογραφίζει η ΕΛΕΝΑ ΒΑΣΙΛΑΚΗ
Η δεύτερη μέρα ενός φεστιβάλ έχει πάντα διαφορετικούς κανόνες. Οι πρώτες αναγνωριστικές ματιές έχουν τελειώσει, οι αποστάσεις έχουν ήδη μετρηθεί σε χιλιόμετρα, η φωνή έχει αρχίσει να διαμαρτύρεται και το σώμα στέλνει τα πρώτα προειδοποιητικά μηνύματα. Κανείς όμως δεν βρίσκεται σε ένα Heavy metal φεστιβάλ για να ξεκουραστεί.
Έτσι, με την κούραση της πρεμιέρας ακόμη στα πόδια αλλά την προσμονή να υπερισχύει, επιστρέψαμε στον χώρο για το δεύτερο κεφάλαιο του φεστιβάλ. Μπροστά μας απλωνόταν μία ακόμη γεμάτη ημέρα, με διαφορετικές γενιές και εκφάνσεις του σκληρού ήχου να διαδέχονται η μία την άλλη και με εκείνη τη γνώριμη αίσθηση πως, όσο υπάρχουν ενισχυτές που βρυχώνται και κόσμος πρόθυμος να στηθεί μπροστά στη σκηνή, η κούραση μπορεί να περιμένει.
Η δεύτερη μέρα του Rock Hard Festival μόλις ξεκινούσε. Και είχε αρκετές ιστορίες να μας δώσει.
Το δύσκολο έργο του ανοίγματος της δεύτερης ημέρας ανέλαβαν οι Dreamlord, οι οποίοι δεν χρειάστηκαν ιδιαίτερο χρόνο για να ανεβάσουν τις πρώτες στροφές. Με το thrash metal τους σε πρώτο πλάνο και εμφανή διάθεση να εκμεταλλευτούν κάθε λεπτό που είχαν στη διάθεσή τους, μπήκαν δυνατά, επιχειρώντας να ξυπνήσουν ένα κοινό που ακόμη συγκεντρωνόταν μπροστά στη σκηνή.
Οι Αθηναίοι παρουσίασαν ένα δεμένο και ενεργητικό πρόσωπο, βασισμένοι στα κοφτερά riffs, στις γρήγορες εναλλαγές και σε μια επιθετικότητα που ταίριαζε απόλυτα στον ρόλο του opening act. Και μπορεί η ώρα να μην είναι ποτέ ο καλύτερος σύμμαχος για το πρώτο συγκρότημα μιας φεστιβαλικής ημέρας, οι Dreamlord όμως δεν έδειξαν να προβληματίζονται ιδιαίτερα από αυτό. Έπαιξαν με ένταση και όρεξη, κερδίζοντας σταδιακά την προσοχή όσων κατέφθαναν στον χώρο και δίνοντας το πρώτο γερό τράνταγμα της ημέρας.
Χωρίς φλυαρίες και περιττές κινήσεις, έκαναν αυτό ακριβώς που απαιτούσε η περίσταση: ανέβηκαν στη σκηνή, πάτησαν το γκάζι και φρόντισαν ώστε η δεύτερη μέρα του Rock Hard Festival να ξεκινήσει με τον διακόπτη κατευθείαν στο thrash.

Τη συνέχεια στην thrash ραψωδία ανέλαβε ένα όνομα που κουβαλά στις πλάτες του ένα διόλου ευκαταφρόνητο κομμάτι της ιστορίας του ευρωπαϊκού ακραίου ήχου. Ο Frank Blackfire δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις σε όσους έχουν εντρυφήσει στο γερμανικό thrash και η παρουσία του από μόνη της ήταν αρκετή για να ανεβάσει ακόμη περισσότερο τη θερμοκρασία.
Από τις πρώτες κιόλας νότες έγινε σαφές πως εδώ δεν υπήρχε χώρος για εκπτώσεις. Κοφτερά riffs, ταχύτητα και εκείνη η ωμή, ακατέργαστη ενέργεια που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του είδους έφεραν στη σκηνή την αύρα μιας άλλης εποχής, χωρίς όμως η εμφάνιση να καταλήγει σε μια απλή άσκηση νοσταλγίας. Ο Blackfire έδειχνε να απολαμβάνει κάθε λεπτό, με την κιθάρα του φυσικά να βρίσκεται στο επίκεντρο και το κοινό να ανταποκρίνεται ολοένα και πιο θερμά.

Το set του δεν περιορίστηκε στο προσωπικό του υλικό, αλλά λειτούργησε περισσότερο σαν μια αναδρομή στη διαδρομή του, με δικές του συνθέσεις να συνυπάρχουν με κομμάτια των Sodom και Kreator. Όπως ήταν αναμενόμενο, κάθε επιστροφή σε αυτό το ιστορικό υλικό ανέβαζε ακόμη περισσότερο τις εντάσεις, με τα γνώριμα riffs να βρίσκουν άμεση ανταπόκριση από το κοινό.
Ο ίδιος, με την κιθάρα στα χέρια και χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερες φανφάρες, έμοιαζε απόλυτα στο φυσικό του περιβάλλον. Ήχος ωμός, ταχύτητα, κοφτερά riffs και μπόλικη old-school αισθητική συνέθεσαν μια εμφάνιση που δεν στηρίχθηκε απλώς στη νοσταλγία, αλλά στη δύναμη τραγουδιών που εξακολουθούν να ακούγονται όπως πρέπει: δυνατά και κατά προτίμηση μπροστά σε μια σκηνή.
Οι Dreamlord είχαν ανάψει τη σπίθα λίγο νωρίτερα και ο Frank Blackfire φρόντισε να τη μετατρέψει σε κανονική thrash πυρκαγιά. Η δεύτερη μέρα είχε πλέον πάρει για τα καλά μπροστά.

Frank Blackfire – Setlist
- Peter Gunn Theme – intro (Henry Mancini cover)
- Victims of Society – Frank Blackfire
- Renewal – (Kreator cover)
- People of the Lie – (Kreator cover)
- Agent Orange – (Sodom cover)
- Sodomy and Lust – (Sodom cover)
- Remember the Fallen – (Sodom cover)
- Bombenhagel – (Sodom cover)
- Ausgebombt – (Sodom cover)
Και κάπου εδώ η thrash επέλαση έδωσε τη θέση της σε ένα από τα πλέον αγαπημένα πρόσωπα του ελληνικού metal κοινού. Ο Blaze Bayley μπορεί να μη χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, όμως κάθε επιστροφή του στη χώρα μας έχει κάτι το ξεχωριστό. Αυτή τη φορά, μάλιστα, είχε στις αποσκευές του ένα set αφιερωμένο στα χρόνια που βρέθηκε πίσω από το μικρόφωνο των Iron Maiden, οπότε οι προϋποθέσεις για ένα γερό ταξίδι στα ’90s ήταν ήδη ιδανικές.
Με το κλασικό «Doctor Doctor» να προετοιμάζει το έδαφος, το «Lord of the Flies» έδωσε το πραγματικό έναυσμα και από εκεί και πέρα άρχισε μια περιήγηση σε μια περίοδο της ιστορίας των Maiden που με το πέρασμα των χρόνων έχει αποκτήσει τη δική της ξεχωριστή θέση στις καρδιές αρκετών οπαδών. «Justice of the Peace» και «Judgement of Heaven» αποτέλεσαν όμορφες εκπλήξεις για τους πιο μυημένους, ενώ το «Born as a Stranger» έφερε για λίγο και την προσωπική διαδρομή του Blaze στο προσκήνιο.

Όταν όμως ήρθε η ώρα για τα «The Clansman», «Man on the Edge» και «Futureal», η επικοινωνία με τον κόσμο πέρασε σε άλλο επίπεδο. Ο Blaze δεν είναι ο frontman που θα προσπαθήσει να εντυπωσιάσει με περιττές κινήσεις. Η δύναμή του βρίσκεται στην αμεσότητα, στο πάθος και σε αυτήν την ιδιαίτερη σχέση που έχει χτίσει με το ελληνικό κοινό όλα αυτά τα χρόνια. Και αυτή η σχέση ήταν εμφανής σε ολόκληρη την εμφάνισή του.
Το φινάλε με το «The Angel and the Gambler» έκλεισε ένα set περίπου 50 λεπτών που περισσότερο από μια απλή αναδρομή έμοιαζε με γιορτή μιας εποχής που συζητήθηκε, αμφισβητήθηκε, αλλά ποτέ δεν ξεχάστηκε. Και βλέποντας τον Blaze Bayley επάνω στη σκηνή, να εξακολουθεί να υπηρετεί αυτά τα τραγούδια με την ίδια πίστη, δύσκολα μπορούσες να μη χαμογελάσεις. Μπορεί να πέρασαν τρεις δεκαετίες, αλλά ο Blaze παραμένει Blaze: αυθεντικός, παθιασμένος και βαθιά metal.

Και μετά τον Blaze, ήρθε η στιγμή που πολλοί περίμεναν από την αρχή της ημέρας. Η στιγμή που δεν χρειαζόταν ούτε ιδιαίτερες εισαγωγές ούτε συστάσεις. Udo Dirkschneider στη σκηνή και, πολύ απλά, ACCEPT μέχρι τελικής πτώσεως.
Υπάρχουν riffs που δεν γερνούν. Riffs που αρκούν μερικά δευτερόλεπτα για να σε μεταφέρουν δεκαετίες πίσω και τραγούδια που έχουν πλέον ξεφύγει από τα όρια μιας μπάντας και αποτελούν κομμάτι της ίδιας της ιστορίας του heavy metal. Και όταν αυτά τα τραγούδια ακούγονται από τη χαρακτηριστική, ατσάλινη φωνή που τα σημάδεψε, τότε η νοσταλγία μετατρέπεται σε κανονική γιορτή.

Ο Udo μπορεί να έχει διανύσει αμέτρητα χιλιόμετρα πάνω στις σκηνές, όμως παραμένει αυτή η αλύγιστη, χαρακτηριστική φιγούρα που μόλις πιάσει το μικρόφωνο δεν μπορείς να μπερδέψεις με κανέναν. Και από εκεί και πέρα άρχισε η παρέλαση. Κεφάλια κάτω, γροθιές ψηλά και τα riffs να πέφτουν το ένα μετά το άλλο σαν βαριοπούλες. Δεν υπήρχε χώρος για ανάσες – ούτε και τις χρειαζόμασταν.
Γιατί εδώ δεν παρακολουθούσαμε απλώς μια ακόμη εμφάνιση. Ακούγαμε ζωντανά ένα σημαντικό κομμάτι του DNA του ευρωπαϊκού heavy metal. Εκείνο το ατσάλινο κράμα από κοφτές κιθάρες, τεράστια ρεφρέν και μελωδίες που έκανε τους ACCEPT σημείο αναφοράς για ολόκληρες γενιές συγκροτημάτων.

Και όσο πλησιάζαμε προς τους ύμνους, τόσο η Τεχνόπολη μετατρεπόταν σε μία τεράστια χορωδία. Γιατί υπάρχουν ορισμένα τραγούδια στα οποία δεν είσαι απλώς θεατής. Τα έχεις ακούσει εκατοντάδες φορές, τα έχεις τραγουδήσει, τα έχεις συνδέσει με στιγμές της ζωής σου. Και όταν έρχεται εκείνο το ανατριχιαστικό «Fast as a Shark», όταν σηκώνεται στον αέρα το «Metal Heart» και, φυσικά, όταν φτάνει η ώρα του απόλυτου «Balls to the Wall», η οποιαδήποτε απόπειρα ψύχραιμης δημοσιογραφικής καταγραφής πάει περίπατο.
Εκεί απλώς σηκώνεις τη γροθιά.

Βέβαια, για εμάς που είχαμε πιάσει κάγκελο, τα πρώτα λεπτά της εμφάνισης εξελίχθηκαν σε ένα μικρό… παιχνίδι αναγνώρισης τραγουδιών. Η φωνή του Udo ακουγόταν με το ζόρι, οι κιθάρες πνίγονταν στη μίξη και υπήρχαν στιγμές που έπρεπε κυριολεκτικά να επιστρατεύσουμε τη γνώση των ACCEPT για να καταλάβουμε ποιο κομμάτι είχε ξεκινήσει. Όχι ακριβώς το ιδανικό σενάριο όταν μπροστά σου βρίσκεται ένας άνθρωπος του οποίου η φωνή και τα riffs έχουν γράψει μερικές από τις σημαντικότερες σελίδες του ευρωπαϊκού heavy metal.
Ευτυχώς, όσο προχωρούσε το set η κατάσταση βελτιώθηκε και μπορέσαμε να μπούμε περισσότερο στο κλίμα της εμφάνισης. Παρ’ όλα αυτά, ειδικά στην αρχή, το πρόβλημα ήταν έντονο και έκοψε μέρος από την ορμή που κανονικά θα έπρεπε να έχει μια τέτοια παρέλαση ACCEPT ύμνων.
Για να είμαστε δίκαιοι, βέβαια, μιλάμε αυστηρά για την εμπειρία μας από το κάγκελο. Μπροστά στη σκηνή κερδίζεις ιδρώτα, ένταση, επαφή με τη μπάντα και όλη αυτή την υπέροχη παράνοια της πρώτης γραμμής, αλλά δεν κερδίζεις απαραίτητα και την καλύτερη θέση για να κρίνεις τη συνολική μίξη. Εκείνο που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι πως στα πρώτα κομμάτια εμείς περισσότερο… μαντεύαμε ACCEPT παρά ακούγαμε ACCEPT.
Και αυτό, όσο να ’ναι, πόνεσε.

Υπήρχε, βέβαια, και μία σημαντική απουσία από τη συγκεκριμένη εμφάνιση. Ο Peter Baltes, ο ιστορικός μπασίστας των ACCEPT που είχε αρχικά ανακοινωθεί για το συγκεκριμένο show, τελικά δεν κατάφερε να δώσει το «παρών», καθώς αντιμετώπιζε τραυματισμό στα πλευρά έπειτα από πτώση από σκηνή λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Κρίμα, γιατί η παρουσία του δίπλα στον Udo θα πρόσθετε ακόμη έναν ισχυρό δεσμό με τη χρυσή εποχή των ACCEPT.
Αντίθετα, πίσω από το drum kit βρισκόταν ο Sven Dirkschneider, γιος του Udo και εδώ και χρόνια συνοδοιπόρος του. Και αν το επίθετο μπορεί αρχικά να τραβάει την προσοχή, πάνω στη σκηνή ο Sven φρόντισε να μιλήσουν τα χέρια του. Δυνατός, στιβαρός και ακριβής, έδωσε στα κομμάτια τον απαιτούμενο όγκο, αποτελώντας ουσιαστικά τη μηχανή πάνω στην οποία πάτησε ολόκληρο το set.
Και έχει κάτι ιδιαίτερο η εικόνα: ο πατέρας μπροστά, να βρυχάται τραγούδια που σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή του heavy metal, και ο γιος λίγα μέτρα πίσω να τους δίνει παλμό από τα τύμπανα. Μια μικρή οικογενειακή υπόθεση, δηλαδή, με soundtrack ACCEPT.

Και φτάσαμε στο κυρίως πιάτο της βραδιάς. Ή τουλάχιστον σε αυτό που περιμέναμε ότι θα ήταν το κυρίως πιάτο. Οι ANGRA επέστρεφαν στην Αθήνα για να γιορτάσουν τα 30 χρόνια του αριστουργηματικού “Holy Land”, σε μια εμφάνιση που είχε ανακοινωθεί με μια πολύ συγκεκριμένη και ιδιαίτερα δελεαστική υπόσχεση: την εκτέλεση ολόκληρου του δίσκου. Προσθέστε σε αυτό την επιστροφή του Kiko Loureiro ως special guest και καταλαβαίνετε εύκολα γιατί οι προσδοκίες είχαν χτυπήσει κόκκινο.
Μόνο που οι ANGRA που είχαμε μπροστά μας ήταν πλέον μια αρκετά διαφορετική εκδοχή της μπάντας. Με αλλαγές στο line-up και τον Alírio Netto να έχει αναλάβει το εξαιρετικά απαιτητικό μικρόφωνο, υπήρχε αναπόφευκτα και η περιέργεια για το πώς αυτή η νέα σύνθεση θα προσέγγιζε ένα άλμπουμ τόσο στενά δεμένο με μια άλλη εποχή και, φυσικά, με την τεράστια σκιά του αείμνηστου André Matos.

Και κάπου εδώ ήρθε η πρώτη –και μεγαλύτερη– απορία της βραδιάς. Γιατί το πολυαναμενόμενο “Holy Land in its entirety” τελικά μεταφράστηκε σε μόλις τέσσερα τραγούδια: “Nothing to Say”, “Silence and Distance”, “Carolina IV” και “Make Believe”. Εξαιρετικές επιλογές, αναμφίβολα, αλλά τέσσερα τραγούδια από έναν δίσκο που είχε ανακοινωθεί ότι θα ακουστεί ολόκληρος είναι κάτι αρκετά διαφορετικό από αυτό για το οποίο είχε προετοιμαστεί το κοινό.
Και η απογοήτευση δεν είχε να κάνει με την ποιότητα όσων ακούσαμε. Το αντίθετο. Όταν το “Crossing” άνοιξε τον δρόμο για το “Nothing to Say” και ο Kiko Loureiro βρέθηκε ξανά εκεί, μέσα σε αυτά τα riffs και τις μελωδίες, υπήρχε μια πραγματική αίσθηση επιστροφής στο 1996. Στο “Silence and Distance” η συγκίνηση ανέβηκε ακόμη περισσότερο, ενώ το “Carolina IV” παραμένει ένα από εκείνα τα κομμάτια που συμπυκνώνουν όλη τη μοναδικότητα των ANGRA: progressive τεχνική, power metal μεγαλείο και βραζιλιάνικη μουσική παράδοση να γίνονται ένα.

Και η απογοήτευση δεν είχε να κάνει με την ποιότητα όσων ακούσαμε. Το αντίθετο. Όταν το “Crossing” άνοιξε τον δρόμο για το “Nothing to Say” και ο Kiko Loureiro βρέθηκε ξανά εκεί, μέσα σε αυτά τα riffs και τις μελωδίες, υπήρχε μια πραγματική αίσθηση επιστροφής στο 1996. Στο “Silence and Distance” η συγκίνηση ανέβηκε ακόμη περισσότερο, ενώ το “Carolina IV” παραμένει ένα από εκείνα τα κομμάτια που συμπυκνώνουν όλη τη μοναδικότητα των ANGRA: progressive τεχνική, power metal μεγαλείο και βραζιλιάνικη μουσική παράδοση να γίνονται ένα.
Και ίσως ακριβώς εκεί βρισκόταν το πρόβλημα. Ήταν τόσο όμορφο αυτό που ακούγαμε, ώστε θέλαμε να ακούσουμε και το υπόλοιπο.

Γιατί όταν έχεις έρθει προετοιμασμένος να ακούσεις το “Holy Land” από την αρχή μέχρι το τέλος, περιμένεις το “Holy Land”. Περιμένεις “The Shaman”, περιμένεις “Z.I.T.O.”, “Deep Blue”, “Lullaby for Lucifer”. Δεν είναι γκρίνια επειδή δεν ακούστηκε το αγαπημένο σου τραγούδι. Είναι η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που είχε ανακοινωθεί και σε αυτό που τελικά παρουσιάστηκε.
Κι όμως, ακόμη και με αυτόν τον μεγάλο αστερίσκο, οι ANGRA είχαν αρκετές στιγμές για να μας θυμίσουν γιατί αποτελούν ένα τόσο ξεχωριστό κεφάλαιο του power/progressive metal. Και με τον Kiko Loureiro ξανά στη σκηνή, υπήρχαν στιγμές που δεν χρειαζόσουν ούτε επέτειο ούτε επεξηγήσεις.
Χρειαζόσουν απλώς να κοιτάξεις τη σκηνή και να ακούσεις.
Απλώς, εκείνο το βράδυ θέλαμε και περιμέναμε ολόκληρο το “Holy Land”.
Πέρα όμως από την επέτειο, το set έδωσε την ευκαιρία στους ANGRA να παρουσιάσουν και τις υπόλοιπες πλευρές της διαδρομής τους. Εκεί φάνηκε και το πραγματικό επίπεδο των μουσικών που βρίσκονταν στη σκηνή: περίπλοκες ενορχηστρώσεις, απαιτητικά περάσματα, δισολίες, συνεχείς αλλαγές και ένα rhythm section που έπρεπε να κρατά δεμένο ένα υλικό στο οποίο η παραμικρή χαλάρωση φαίνεται αμέσως. Τεχνική υπήρχε με το παραπάνω, χωρίς όμως να εξαφανίζεται η μελωδία πίσω από αυτήν.
Και τελικά κάπου εκεί βρίσκεται και η ουσία της εμφάνισής τους. Ναι, φύγαμε με το παράπονο ότι το επετειακό “Holy Land” που περιμέναμε δεν το ακούσαμε ποτέ πραγματικά. Αυτό δεν αλλάζει. Παράλληλα όμως φύγαμε έχοντας δει μια μπάντα εξαιρετικών μουσικών, έναν νέο frontman που είχε πολλά να αποδείξει, τον Kiko ξανά εκεί όπου γράφτηκε ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας του και αρκετές στιγμές αυθεντικής συγκίνησης.
Ίσως, λοιπόν, το καλύτερο και ταυτόχρονα το χειρότερο που μπορείς να πεις για την εμφάνιση των ANGRA είναι το ίδιο πράγμα:
Μας άφησαν να θέλουμε πολύ περισσότερα.
Και στην περίπτωσή τους, αυτό μόνο κακό δεν είναι.


