Mayhem: De Mysteriis, Χάος και Κληρονομιά

Spread the love

Γράφει ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Υπάρχουν συγκροτήματα που αφήνουν πίσω τους δίσκους. Υπάρχουν και συγκροτήματα που αφήνουν πίσω τους έναν ολόκληρο μύθο. Οι Mayhem ανήκουν αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.

Το όνομά τους είναι άρρηκτα δεμένο με τη γέννηση και την εξέλιξη του νορβηγικού black metal, αλλά και με μία από τις πιο σκοτεινές και αμφιλεγόμενες ιστορίες που γνώρισε ποτέ η ακραία μουσική. Πίσω όμως από τις τραγωδίες, τις συγκρούσεις και τον μύθο βρίσκεται κάτι που συχνά περνά σε δεύτερη μοίρα: η ίδια η μουσική.

Από τα πρώτα βήματα στα μέσα της δεκαετίας του ’80 μέχρι το εμβληματικό De Mysteriis Dom Sathanas και τις μεταγενέστερες μεταμορφώσεις τους, οι Mayhem δεν έπαψαν να προκαλούν, να διχάζουν και να επαναπροσδιορίζουν τα όρια του black metal.

Αυτό είναι ένα ταξίδι στο χάος, στη μουσική και στην κληρονομιά των Mayhem.

Το νορβηγικό black metal δεν έχει ακόμη αποκτήσει το όνομα, την εικόνα και τον μύθο που θα το ακολουθήσουν τις επόμενες δεκαετίες. Δεν υπάρχουν ακόμη οι διαβόητες ιστορίες που θα κάνουν τον γύρο του κόσμου, ούτε η σκηνή του Όσλο έχει μετατραπεί στο επίκεντρο μιας ολόκληρης μουσικής υποκουλτούρας. Οι Mayhem, όμως, είναι ήδη εκεί.

Δύο χρόνια μετά τη δημιουργία τους, οι Euronymous, Necrobutcher και Manheim κυκλοφορούν το Deathcrush. Ένα EP σύντομο, πρωτόγονο και ανελέητο, που απέχει αρκετά από αυτό που αργότερα θα καθιερωθεί ως ο χαρακτηριστικός νορβηγικός black metal ήχος. Εδώ συναντώνται ακόμη το thrash, το death metal και η ωμή επιθετικότητα συγκροτημάτων που είχαν ήδη ανοίξει τον δρόμο για το ακραίο metal. Εκείνο όμως που δεν λείπει είναι η πρόθεση: οι Mayhem θέλουν να φτάσουν στα άκρα.

Το Deathcrush δεν διαθέτει την παγωμένη ατμόσφαιρα και τη σχεδόν τελετουργική σκοτεινιά που λίγα χρόνια αργότερα θα χαρακτηρίσουν το De Mysteriis Dom Sathanas. Διαθέτει κάτι διαφορετικό: νεανική βία, θόρυβο και μια αίσθηση ότι οι δημιουργοί του ενδιαφέρονται περισσότερο να προκαλέσουν παρά να ακολουθήσουν οποιονδήποτε υπάρχοντα κανόνα.

Και ίσως γι’ αυτό, ακούγοντάς το σήμερα, έχει μεγαλύτερη σημασία ως αφετηρία παρά ως προορισμός. Μέσα σε αυτόν τον ακατέργαστο ήχο βρίσκονται τα πρώτα ίχνη μιας μπάντας που δεν είχε ακόμη βρει την οριστική της ταυτότητα, αλλά είχε ήδη αποφασίσει ότι δεν ήθελε να μοιάζει με κανέναν.

Το επόμενο βήμα θα άλλαζε τα πάντα.

Το 1988, στη ζωή των Mayhem μπαίνει ένας νεαρός Σουηδός ονόματι Per Yngve Ohlin.

Για τον κόσμο του black metal θα γινόταν γνωστός απλώς ως Dead.

Το 1988, οι Mayhem βρίσκουν τη φωνή που έμελλε να συνδεθεί με μία από τις πιο σκοτεινές περιόδους της ιστορίας τους. Ο Per Yngve Ohlin έρχεται από τη Σουηδία, έχοντας ήδη περάσει από τους Morbid, και μαζί του φέρνει κάτι περισσότερο από έναν διαφορετικό τρόπο ερμηνείας. Φέρνει μια ολόκληρη αντίληψη για το τι θα μπορούσε να είναι το black metal.

Ως Dead, δεν αντιμετωπίζει τη σκηνή απλώς ως χώρο εκτέλεσης της μουσικής. Για εκείνον, η εμφάνιση, η ατμόσφαιρα και η μουσική αποτελούν κομμάτια της ίδιας εμπειρίας. Το corpse paint, τα σκισμένα ρούχα και η μακάβρια σκηνική παρουσία του δεν λειτουργούν απλώς ως πρόκληση. Χτίζουν έναν χαρακτήρα που μοιάζει να ανήκει περισσότερο στον κόσμο των Mayhem παρά στην καθημερινότητα έξω από αυτόν.

Με τον Dead πίσω από το μικρόφωνο, η μπάντα αρχίζει να αποκτά μια διαφορετική ταυτότητα. Η ωμή επιθετικότητα του Deathcrush παραμένει, αλλά γύρω της αρχίζει να σχηματίζεται κάτι περισσότερο: ατμόσφαιρα, θεατρικότητα και μια εμμονή με το σκοτεινό και το απόκοσμο που σύντομα θα γίνουν αναπόσπαστα στοιχεία όχι μόνο των Mayhem, αλλά και της νορβηγικής black metal σκηνής που γεννιέται γύρω τους.

Είναι επίσης η περίοδος κατά την οποία το συγκρότημα αρχίζει να παρουσιάζει ζωντανά συνθέσεις που αργότερα θα βρουν τη θέση τους στο De Mysteriis Dom Sathanas. Μια χαρακτηριστική καταγραφή εκείνης της εποχής θα επιβιώσει στο Live in Leipzig, αποτυπώνοντας τους Mayhem με τον Dead στο μικρόφωνο και προσφέροντας χρόνια αργότερα ένα από τα σημαντικότερα ντοκουμέντα αυτής της σύντομης σύνθεσης της μπάντας.

Η παρουσία του στους Mayhem, όμως, θα αποδειχθεί τραγικά σύντομη.

Τον Απρίλιο του 1991, σε ηλικία μόλις 22 ετών, ο Per Yngve Ohlin πεθαίνει από αυτοκτονία στο σπίτι που μοιράζονταν τα μέλη του συγκροτήματος στο Kråkstad της Νορβηγίας.

Ο θάνατός του αποτελεί το σημείο όπου η ιστορία των Mayhem αρχίζει να γίνεται σχεδόν αδύνατο να διαχωριστεί από τον μύθο που δημιουργήθηκε γύρω τους. Οι πράξεις και οι αφηγήσεις που ακολούθησαν ιδιαίτερα γύρω από τη συμπεριφορά του Euronymous θα τροφοδοτήσουν για δεκαετίες τη σκοτεινή φήμη του συγκροτήματος, συχνά επισκιάζοντας την ίδια τη μουσική.

Όμως ο Dead δεν πρόλαβε ποτέ να τραγουδήσει σε ένα ολοκληρωμένο studio album των Mayhem.

Οι στίχοι του, η αισθητική του και το αποτύπωμά του θα παρέμεναν.

Και μερικά χρόνια αργότερα, μέρος αυτής της κληρονομιάς θα βρισκόταν στην καρδιά του δίσκου που θα καθόριζε το όνομα Mayhem για πάντα:

De Mysteriis Dom Sathanas.

Το άλμπουμ που επέζησε των δημιουργών του

Μετά τον θάνατο του Dead, οι Mayhem θα μπορούσαν πολύ εύκολα να είχαν τελειώσει. Αντί γι’ αυτό, ο Euronymous συνέχισε να δουλεύει πάνω στο υλικό που θα αποτελούσε το πρώτο ολοκληρωμένο άλμπουμ της μπάντας. Έναν δίσκο του οποίου η δημιουργία είχε ήδη ξεκινήσει χρόνια νωρίτερα και ο οποίος, όταν τελικά θα έβλεπε το φως της δημοσιότητας, θα κουβαλούσε μαζί του σχεδόν ολόκληρη την τραγωδία της πρώτης εποχής των Mayhem.

Το De Mysteriis Dom Sathanas δεν γεννήθηκε μέσα σε μία συγκεκριμένη περίοδο. Κομμάτια του υλικού είχαν ήδη παρουσιαστεί ζωντανά με τον Dead, ενώ στίχοι του χρησιμοποιήθηκαν σε συνθέσεις όπως τα “Freezing Moon” και “Life Eternal”. Η φωνή του όμως δεν θα ακουγόταν στην τελική ηχογράφηση.

 

Στο μικρόφωνο έρχεται ο Attila Csihar των Ούγγρων Tormentor. Και η επιλογή αποδεικνύεται καθοριστική. Αντί για μια συμβατική black metal ερμηνεία, ο Attila προσεγγίζει τα τραγούδια σχεδόν τελετουργικά. Ψίθυροι, κραυγές και βαθιές, απόκοσμες φωνές κινούνται πάνω από τις κιθάρες του Euronymous και τα τύμπανα του Hellhammer, δίνοντας στο άλμπουμ μια αίσθηση που δύσκολα συγχέεται με οτιδήποτε άλλο κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή.

Στο μπάσο βρίσκεται ο Varg Vikernes των Burzum. Η παρουσία του στην ηχογράφηση θα αποκτούσε αργότερα μια αναπόφευκτα σκοτεινή διάσταση, καθώς η σχέση του με τον Euronymous είχε αρχίσει να διαλύεται.

Μουσικά, όμως, το De Mysteriis Dom Sathanas είναι κάτι πολύ περισσότερο από το άθροισμα των ανθρώπων που συμμετείχαν σε αυτό.

Από το άνοιγμα του “Funeral Fog” και το χαρακτηριστικό riff του “Freezing Moon” μέχρι το “Pagan Fears”, το “Life Eternal” και το ομώνυμο κομμάτι που κλείνει τον δίσκο, οι Mayhem απομακρύνονται αποφασιστικά από την πρωτόγονη επίθεση του Deathcrush. Οι κιθάρες δημιουργούν επαναλαμβανόμενες, παγωμένες μελωδίες, τα τύμπανα του Hellhammer δίνουν στο υλικό μια πολύ πιο σύνθετη και δυναμική βάση και η φωνή του Attila μετατρέπει αρκετές στιγμές σε κάτι που θυμίζει περισσότερο σκοτεινή τελετουργία παρά μια τυπική metal ηχογράφηση.

Εδώ βρίσκεται πλέον ο ήχος που θα συνδεθεί με το όνομα Mayhem.

Μόνο που ο άνθρωπος που βρισκόταν στο κέντρο του δεν θα προλάβαινε να δει τον δίσκο να κυκλοφορεί.

10 Αυγούστου 1993

Η σύγκρουση ανάμεσα στον Euronymous και τον Varg Vikernes είχε πλέον ξεπεράσει τη μουσική. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 10ης Αυγούστου 1993, ο Vikernes πήγε στο διαμέρισμα του Euronymous στο Όσλο. Η συνάντηση κατέληξε στη δολοφονία του Øystein Aarseth, του ανθρώπου που ο κόσμος του metal γνώριζε ως Euronymous.

Ήταν 25 ετών.

Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγο περισσότερο από δύο χρόνια, οι Mayhem έχαναν ένα πρόσωπο που είχε καθορίσει την ταυτότητά τους. Μόνο που αυτή τη φορά επρόκειτο για τον ιδρυτή, κιθαρίστα και βασικό δημιουργικό πυρήνα της μπάντας.

Η ειρωνεία ήταν αναπόφευκτη και μακάβρια: στο άλμπουμ που άφηνε πίσω του ο Euronymous, το μπάσο είχε ηχογραφηθεί από τον άνθρωπο που τον σκότωσε.

Το De Mysteriis Dom Sathanas κυκλοφόρησε τελικά τον Μάιο του 1994.

Ο Dead δεν βρισκόταν πια εκεί.
Ο Euronymous δεν βρισκόταν πια εκεί.
Και οι Mayhem, ουσιαστικά, δεν υπήρχαν πλέον ως ενεργό συγκρότημα.

Υπήρχε όμως ο δίσκος.

Και από εκείνο το σημείο, το De Mysteriis Dom Sathanas θα άρχιζε να αποκτά μια δεύτερη ζωή. Όχι μόνο ως το άλμπουμ γύρω από το οποίο συγκεντρώθηκαν μερικά από τα πιο διαβόητα γεγονότα στην ιστορία του black metal, αλλά ως ένα έργο που θα άφηνε βαθύ αποτύπωμα στον ίδιο τον ήχο του είδους.

Για τους Mayhem, όμως, η ιστορία δεν είχε τελειώσει.

Έπρεπε πρώτα να απαντηθεί ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα:

Μπορούν να υπάρξουν Mayhem χωρίς τον Euronymous;

Μετά Euronymous εποχη: Η επιστροφή από τις στάχτες

Μπορούν να υπάρξουν Mayhem χωρίς τον Euronymous;

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, η απάντηση μόνο αυτονόητη δεν ήταν. Ο άνθρωπος που είχε ιδρύσει το συγκρότημα και αποτελούσε για χρόνια τον δημιουργικό του πυρήνα ήταν νεκρός, ενώ το De Mysteriis Dom Sathanas έμοιαζε περισσότερο με επιτάφιο μιας μπάντας που είχε ήδη περάσει στην ιστορία παρά με την αρχή ενός νέου κεφαλαίου.

Κι όμως, οι Mayhem επέστρεψαν.

Ο Hellhammer και ο Necrobutcher αποτέλεσαν τη βάση της νέας σύνθεσης, με τον Maniac να επιστρέφει στα φωνητικά και τον Blasphemer να αναλαμβάνει την εξαιρετικά δύσκολη θέση της κιθάρας. Η επιλογή αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία. Οι Mayhem δεν προσπάθησαν απλώς να αναπαράγουν τον ήχο του Euronymous ούτε να κατασκευάσουν ένα δεύτερο De Mysteriis. Έπρεπε να αποκτήσουν ξανά ταυτότητα.

Το πρώτο πραγματικό σημάδι αυτής της νέας ζωής ήρθε με το Wolf’s Lair Abyss το 1997. Σκοτεινό και επιθετικό, αλλά ταυτόχρονα διαφορετικό από το παρελθόν, το EP λειτουργούσε σχεδόν σαν δήλωση επανεκκίνησης: το όνομα Mayhem δεν επρόκειτο να παραμείνει παγιδευμένο στο 1994.

Η οριστική ρήξη με το παρελθόν θα ερχόταν τρία χρόνια αργότερα.

Grand Declaration of War: Η άρνηση της επανάληψης

Το Grand Declaration of War του 2000 ήταν ένας δίσκος που δύσκολα θα μπορούσε να κατηγορηθεί ότι προσπαθούσε να ζήσει από τη σκιά του De Mysteriis Dom Sathanas.

Οι Mayhem στράφηκαν σε πιο πειραματικές δομές, βιομηχανικά στοιχεία, απότομες μεταβολές και μια περισσότερο εγκεφαλική προσέγγιση στο black metal. Για ένα συγκρότημα ήδη περικυκλωμένο από έναν τεράστιο μύθο, η επιλογή να μην επαναλάβει την ασφαλέστερη συνταγή ήταν καθοριστική.

Από εκεί και πέρα, η ιστορία των Mayhem παύει να είναι αποκλειστικά η ιστορία του Dead και του Euronymous.

Γίνεται η ιστορία μιας μπάντας που προσπαθεί συνεχώς να ξεφύγει από το ίδιο της το παρελθόν.

Από το Chimera στο Liturgy of Death: Η δεύτερη ζωή των Mayhem

Το Chimera του 2004 επανέφερε μέρος της αμεσότητας και της επιθετικότητας, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τη μουσική εξέλιξη της προηγούμενης περιόδου. Θα ήταν παράλληλα το τελευταίο ολοκληρωμένο άλμπουμ με τον Maniac στα φωνητικά.

Και τότε ένας γνώριμος χαρακτήρας επέστρεψε.

Ο Attila Csihar, η φωνή του De Mysteriis Dom Sathanas, επέστρεψε στους Mayhem όχι όμως για να αναπαραστήσει το 1994.

Το Ordo ad Chao του 2007 παρουσίασε ένα συγκρότημα ακόμη πιο ασφυκτικό, χαοτικό και ανορθόδοξο. Ο ήχος έγινε πυκνότερος, η παραγωγή περισσότερο ωμή και η ατμόσφαιρα σχεδόν αποπνικτική. Ήταν επίσης το τελευταίο άλμπουμ με τον Blasphemer, κλείνοντας ακόμη ένα σημαντικό κεφάλαιο στη μετα-Euronymous εποχή.

Όμως οι Mayhem επέζησαν και αυτής της αλλαγής.

Το Esoteric Warfare και αργότερα το Daemon έδειξαν μια μπάντα που δεν χρειαζόταν πλέον να αποδείξει ότι δικαιούται να φέρει το όνομα Mayhem. Η σύγχρονη εκδοχή της μπορούσε να κοιτάζει προς το παρελθόν χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από αυτό.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο σήμερα.

Από το πρωτόγονο χάος του Deathcrush, στον Dead και στις πρώτες εκτελέσεις των τραγουδιών που θα γεννούσαν το De Mysteriis. Από τον θάνατο του Euronymous και τη διάλυση της αρχικής μορφής των Mayhem, στην επιστροφή, τον πειραματισμό και τις συνεχείς μεταμορφώσεις.

Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά το Deathcrush, ο κύκλος οδηγεί στο Liturgy of Death.

Και ο τίτλος μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτος.

Γιατί ελάχιστα συγκροτήματα έχουν συνδεθεί τόσο στενά με την έννοια του θανάτου  πραγματικού, καλλιτεχνικού και συμβολικού  όσο οι Mayhem. Κι όμως, η μεγαλύτερη αντίφαση στην ιστορία τους είναι ότι, κάθε φορά που όλα έδειχναν πως είχαν φτάσει στο τέλος, εκείνοι συνέχιζαν.

Ίσως τελικά αυτή να είναι και η πραγματική κληρονομιά των Mayhem.

Όχι μόνο το χάος που άφησαν πίσω τους.

Αλλά το γεγονός ότι επέζησαν από αυτό.

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026. Αθήνα. Gagarin 205.

Οι Mayhem επιστρέφουν στην Ελλάδα στο πλαίσιο του Death Over Europe Part II, έχοντας στο πλευρό τους Unleashed. Μια συνάντηση δύο διαφορετικών σχολών του σκανδιναβικού ακραίου ήχου: του νορβηγικού black metal και του σουηδικού death metal.

Για τους Mayhem, όμως, κάθε σημερινή εμφάνιση κουβαλά αναπόφευκτα μαζί της και το παρελθόν.

Το Deathcrush.
Τον Dead.
Τον Euronymous.
Το De Mysteriis Dom Sathanas.
Τη διάλυση και την επιστροφή.
Τις διαφορετικές εποχές, τις αλλαγές προσώπων και τη διαρκή άρνηση να μετατραπούν αποκλειστικά σε μνημείο της δεκαετίας του ’90.

Στις 7 Οκτωβρίου, όλα αυτά τα διαφορετικά κεφάλαια θα συναντηθούν ξανά πάνω στη σκηνή του Gagarin.

Και ίσως εκεί βρίσκεται τελικά η μεγαλύτερη ειρωνεία στην ιστορία των Mayhem.

Μια μπάντα που έχτισε μεγάλο μέρος του μύθου της γύρω από τον θάνατο, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά το Deathcrush παραμένει ζωντανή.

Το χάος έγινε ιστορία.

Η ιστορία έγινε μύθος.

Και ο μύθος, στις 7 Οκτωβρίου, επιστρέφει στην Αθήνα.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *