HELLFEST OPEN AIR 2025 – REVIEW

Spread the love

Γράφει ο ΠΑΝΟΣ ΚΟΡΔΑΤΟΣ

Πως θα μπορούσε να είναι η Κόλαση; Ίσως να είναι ένα μέρος με πολύ υψηλές θερμοκρασίες, σε σημείο να λιώνει η άσφαλτος. Θα μπορούσε να είναι γεμάτη από περίτεχνα δρομάκια, δάση με απόκοσμο φωτισμό το βράδυ, καμπάνες, παλιά σιδερένια ρολόγια, κτίρια που ξερνάνε φωτιές από τις στέγες τους, αλυσίδες, αγάλματα, τεράστιες νεκροκεφαλές, ένα κατάμαυρο δαιμονικό κοράκι, απόκοσμες φιγούρες δίχως ανθρώπινα χαρακτηριστικά πάνω από μία κρήνη μ’ αιματόχρωο νερό και το τεράστιο κεφάλι του Σατανά με πορφυρά μάτια να σε κοιτάει από ψηλά. Θα μπορούσε, ίσως, την Πύλη της να τη φυλάει ένα δεκάμετρο πλάσμα, μισό γυναίκα – μισό σκορπιός, που εκτοξεύει φωτιές και καπνούς από τα χέρια και νερό από την ουρά. Ίσως πάλι, κάπου εκεί μέσα, να υπάρχει και δυνατή, εκκωφαντική μουσική και πολλοί καλοί φίλοι. Μα πάλι, αν συμβαίνουν όλα αυτά μαζί, τότε δεν μιλάμε για Κόλαση αλλά για Παράδεισο. Τουλάχιστον τον δικό μου προσωπικό Παράδεισο. Και δεν θα ήθελα να βρίσκομαι πουθενά αλλού.

Εδώ και 13 χρόνια που πάμε στο συγκεκριμένο φεστιβάλ, υπήρχε μία ιεροτελεστία στις κινήσεις μας. Για παράδειγμα, με το που μπαίναμε στο χώρο, πάντα καθόμασταν στην υπερβολικά μεγάλη ουρά για το merchandise του φεστιβάλ, χάνοντας έτσι τουλάχιστον τρεις ώρες μέχρι να ψωνίσουμε. Φέτος το έπαιξα λίγο διαφορετικά. Η ζέστη ήταν αποπνικτική και σε συνδυασμό με τη μεγάλη υγρασία, προέκυψε ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που οδηγούσε σε λιποθυμίες. Κι ενώ σε γενικές γραμμές είμαι μεγάλο ζωντόβολο, φέτος βρήκα με κάποιο τρόπο μαγικό το ελάχιστο μυαλό που απαιτείται και αποφάσισα ότι το να στηθώ σε μία ουρά που κινείται με ρυθμούς χελώνας κάτω από τον καυτό ήλιο, δεν ήταν και η πιο σοφή πράξη για εκείνη τη στιγμή. Καθώς καμία σκηνή από τις έξι (Mainstage 1, Mainstage 2, Altar, Temple, Warzone και Valley) δεν είχε ξεκινήσει ακόμα, αφού την πρώτη μέρα τα live ξεκινούσαν στις 16:00, αποφασίσαμε με την παρέα να κάνουμε μια βόλτα στη Hellcity Square, την τεράστια πλατεία που υπάρχει λίγο πριν την είσοδο στο χώρο του φεστιβάλ, περιτριγυρισμένη από κάθε λογής μαγαζιά με ρούχα, παπούτσια, κιθάρες, καπνικά προϊόντα, μαγαζιά για τατουάζ, βιβλία, διακοσμητικά μπιχλιμπίδια, βινύλια, μπαρ και μία μικρή σκηνή στο κέντρο με μικρότερες μπάντες να παίζουν μουσική.  Ναι, καλά το καταλάβατε, οι άνθρωποι έχουν επί της ουσίας χτίσει ένα ολόκληρο χωριό.

Αφού περιπλανηθήκαμε στο χώρο, συναντηθήκαμε με φίλους που είχαν πάει από την προηγούμενη και έμεναν στο camping, αλλά και με φίλους που δούλευαν στα bar της διοργάνωσης, κατηφορίσαμε πάλι προς το χώρο των συναυλιών και περάσαμε τον τεράστιο Καθεδρικό που αποτελεί την πύλη εισόδου στο site, την ώρα που στην Temple έβγαιναν οι Thy Catafalque. Ένα μεγάλο κράμα από black, folk, μελωδίες Ανατολικής Ευρώπης, χορωδιακά φωνητικά και γρυλίσματα, με δυνατά riff, βροντερό μπάσο και όμορφα σμιλεμένες μελωδίες. Δεν μπορώ να γράψω περισσότερα, καθώς όπως προανέφερα δεν είμαι εξοικειωμένος με τη συγκεκριμένη μπάντα, μου έδωσαν όμως έναυσμα να τους ψάξω.

Κατηφορίσαμε προς τη Mainstage 1 για Airbourne. “Θα ακούς AC/DC αλλά δεν θα βλέπεις AC/DC”, θα μπορούσε να είχε γράψει κάποιος σοφός γέροντας. Πάντα σε αυτό το πνεύμα, οι Airbourne σέρβιραν 50 λεπτά αγνού, ανόθευτου και γεμάτου ενέργεια Rock ‘n Roll, με τον Joel O’Keeffe να τρέχει στη σκηνή σαν λυσσασμένο σκυλί. Ίδρωσε περισσότερο κι από μας που καθόμασταν κάτω από τον ήλιο, ανέβηκε στους ώμους ενός security για μια μικρή βόλτα στο pit, ούρλιαζε στο μικρόφωνο, ένα υπέροχο party μέσα σε μία πύρινη ατμόσφαιρα.

Κάναμε ένα πέρασμα από την Temple Για μερικά κομμάτια Ihsahn. Ο εγκέφαλος των Emperor σ’ αυτή την προώθηση του προσωπικού του project, προσανατολίστηκε περισσότερο στη black metal πλευρά του. Ελαφρώς μπουκωμένος ο ήχος στην αρχή με αποτέλεσμα να χάνεται ένα μικρό μέρος της μαγείας, ευτυχώς έστρωσε στην πορεία. Με όμορφο set και τα πιο μελωδικά Until I Too Dissolve και The Distance Between Us να κλέβουν για μένα την παράσταση, περάσαμε μερικά υπέροχα λεπτά πριν τον τυφώνα κατηγορίας 5 που ακολουθούσε.

Δηλαδή τους Jinjer. Η Tatiana Shmayluk είναι μια δύναμη της φύσης, απρόβλεπτη και επιβλητική. Με το ευέλικτο φωνητικό της εύρος συνδυάζει άψογα brutal και μελωδικά φωνητικά, τα οποία αποτελούν το ιδανικό περιτύλιγμα για το progressive-metalcore μουσικό ύφος των Ουκρανών που συνδυάζει τεχνική και ακατέργαστη ενέργεια, ενώ η σκηνική της παρουσία είναι σαγηνευτική. Ένα μικρό intro και δυνατό ξεκίνημα με On the Top και την Tatiana να κινείται ασταμάτητα ενώ τα γραφικά στην οθόνη εναλλάσσονται. Το κοινό αποκρίθηκε στο κάλεσμα, δημιουργώντας τα πρώτα mosh-pits,  μπόλικα crowd surfs και καταναλώνοντας τόνους ιδρώτα από το συνεχές κοπάνημα. Τη μερίδα του λέοντος στο setlist την πήρε το νέο τους album Duel όπως ήταν λογικό, με 5 από τα 12 κομμάτια να έρχονται από κει (Duel, Hedonist, Green Serpent, Someone’s Daughter, Fast Draw), χωρίς να παραλείψουν και την υπόλοιπη δισκογραφία τους, συμπεριλαμβάνοντας μεταξύ άλλων κομμάτια όπως το Vortex, το Judgement & Punishment, μία εκπληκτική εκτέλεση του Teacher, Teacher, για να έρθει το επικό κλείσιμο με το Pisces και τα υπέροχα πολύχρωμα γραφικά στο video wall. Οι Jinjer μ’ έναν τέλειο, πεντακάθαρο και συμπαγή ήχο καθ’ όλη τη διάρκεια του set τους, μας πήγαν ένα υπέροχο groovy ταξίδι, βοηθώντας μας να περάσουμε τα πιο όμορφα 60 λεπτά της πρώτης μέρας. Top Class.

Επιχείρησα, η αλήθεια είναι, να κάτσω λίγο για Sunn O))), γύρω στα 12-13 λεπτά, αλλά όλο αυτό το ψυχεδελικό στήσιμο με τον ημικυκλικό τοίχο από ενισχυτές, τις ίδιες 2-3 μπάσες νότες να κάνουν τη σκηνή να τρέμει συθέμελα και τον πυκνό καπνό, όχι μόνο πάνω στη σκηνή αλλά σε όλη την Temple, καπνό τόσο πυκνό που χρειαζόσουν ματσέτα για να τον κόψεις, ήταν υπερβολικό. Προσοχή, δε λέω ότι ήταν κακό, ούτε έχω διάθεση να βγάλω το φτυάρι και ν’ αρχίσω να θάβω, λέω απλώς ότι στο δικό μου μουσικό σύμπαν δεν υπάρχει κάποιο παρεμφερές άκουσμα. Ίσως σε κάποιο επόμενο Hellfest, που θα έχω ανοιχτότερο μυαλό και κυρίως, περισσότερο χρόνο. Γιατί τώρα έπρεπε να φύγω σχεδόν τρέχοντας για τη Warzone, αφού οι Hellacopters που για κάποιο λόγο δεν είχα ξαναδεί ποτέ, είχαν ήδη ξεκινήσει.

Εκεί λοιπόν, είδα ένα υπέροχο live, αντάξιο της ιστορίας του συγκροτήματος, γεμάτο ενέργεια και πάθος. Παρά τη ζέστη και την κούραση, ο κόσμος ήταν εκεί, συμμετέχοντας ενεργά σε κάθε κομμάτι, βοηθώντας στο στήσιμο ενός μαγικού rock ‘n roll party. Έπαιξαν ένα μείγμα παλιού και νέου υλικού, συμπεριλαμβανομένων κομματιών από το τελευταίο τους άλμπουμ, ενώ καθώς έπεφτε το σκοτάδι, τα φώτα της σκηνής σε συνδυασμό με τις φλόγες που ξεπηδούσαν από κάθε πιθανό και απίθανο σημείο του φεστιβάλ, έκαναν την ατμόσφαιρα ονειρική. Οι Hellacopters συμπλήρωσαν τρεις δεκαετίες ζωής και το γιόρτασαν με τον καλύτερο τρόπο. Δέος και σεβασμός για ένα συγκρότημα που έπαιξε στα υψηλότερα επίπεδα ενέργειας, δημιουργώντας μία αξέχαστη βραδιά.

Στη Mainstage 1 είχαν ήδη βγει οι Korn, πρόλαβα όμως ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του set τους, γύρω στα 50 λεπτά. Δεν επιχείρησα να χωθώ μπροστά καθώς ο χώρος ήταν ασφυκτικά γεμάτος, οπότε τους απόλαυσα από μία σχετική απόσταση και με την υποβοήθηση των γιγαντοοθονών. Ούτως ή άλλως ο ήχος ήταν κρυστάλλινος και ακουγόταν πεντακάθαρα ακόμα και πίσω. Δυστυχώς έχασα το Blind με το οποίο άνοιξαν το set, αλλά είχα την ευκαιρία ν’ ακούσω μπόλικα από τα hit τους όπως  το Shoots & Ladders, το Cold, το Twisted Transistor, το Y’All Want a Single με τον Jonathan Davis να παίζει με το κοινό ζητώντας να σηκώσουν όλοι το μεσαίο δάχτυλο ψηλά, πριν ξεκινήσει το κομμάτι, το Falling Away From Me και το Freak on a Leash με το οποίο έκλεισαν το set. Κατά το κλείσιμο, ο Davis μας ζήτησε να τραγουδήσουμε όλοι το Happy Birthday, αφού ήταν τα γενέθλια του Brian “Head” Welch. Στη Γαλλία είσαι όμως, φίλε μου. Θα σου τραγουδήσουμε, εννοείται, αλλά θα σ’ το πούμε ως Joyeux anniversaire! Τουλάχιστον εκεί πέρα πίσω που καθόμουν, αυτό μουρμουράγαμε όλοι. Οι μπροστινές γραμμές δεν γνωρίζω αν ενέδωσαν στον αγγλικό στίχο.

Κλείσαμε τη μέρα μας επιστρέφοντας στη Warzone για Turbonegro. Καπέλο ναυτικού ο ένας, καπέλο βινυλίου ο άλλος, κοντά σορτς, δερμάτινα γάντια, βαμμένα μάτια, θαρρώ όλοι ξέρετε τι να περιμένετε από τους Turbonegro. Δε με έχουν απογοητεύσει καμία φορά από όσες τους έχω δει, παραδίδοντας μαθήματα rock. Το πιασάρικο Hot For Nietzsche, το City of Satan, το τεράστιο All My Friends Are Dead, το κλείσιμο με το I Got Erection, όλα ήταν εκεί, μαζεμένα σ’ ένα set μιας ώρας, ένα βιωματικό live με τον κόσμο πιο ζωντανό από ποτέ. Ιδανικό κλείσιμο για την πρώτη μέρα.

Η δεύτερη μέρα ήταν ακόμα πιο ζεστή από την πρώτη. Όχι ότι μας πτόησε αυτό, αφού μπήκαμε στο χώρο αρκετά νωρίς και κατευθυνθήκαμε, αφού πρώτα τσακίσαμε στα γρήγορα ένα διπλό καφέ, προς τη Mainstage 2.

Εκεί έβγαινε λίγη ώρα μετά η Amira Elfeky. Θα ήμουν μέγας Πινόκιο αν έλεγα ότι είχα έστω και την παραμικρή υποψία για το τι πήγαινα να ακούσω. Αυτό που άκουσα λοιπόν, ήταν heavy rock με έντονες επιρροές από τους nu metal ήχους της δεκαετίας του 2000, με κάπως πιο πεσιμιστικό, σκοτεινό και καταθλιπτικό, φορτισμένο και βαρύ τόνο. Ίσως όχι κάτι που θα έβαζα σπίτι μου να ακούσω αλλά αν την πετύχω πάλι σε κάποιο φεστιβάλ, 100% θα πάω να την ξαναδώ.

Είχαμε ένα κενό περίπου μιας ώρας έως την επόμενη μπάντα που θέλαμε να δούμε, έτσι αράξαμε στο δασάκι που υπάρχει στο χώρο, προκειμένου να βρούμε λίγη σκιά που τόσο είχαμε ανάγκη.

Μερικά λεπτά αργότερα, επιστρέψαμε στην Altar η οποία ήταν ήδη γεμάτη, για Burning Witches, ένα αμιγώς γυναικείο, γεμάτο ενέργεια old-school metal συγκρότημα. Πατώντας πάνω στις πλάτες των κλασικών συγκροτημάτων (Maiden, Priest, Saxon), έχουν δημιουργήσει ένα σύνολο με όμορφα δεμένες αρμονίες στις κιθάρες, βαριά riffs, βροντερό rhythm section, όλα ντυμένα με την όμορφη φωνή της Laura Guldemond. Η Courtney Cox, που κάποιοι μπορεί να την έχετε δει και ως κιθαρίστρια των Iron Maidens, στο αριστερό

μέρος της σκηνής δεν έχει σταματήσει να χτυπιέται στιγμή, χαράσσοντας παράλληλα αιχμηρά και φινετσάτα solos. Βάλτε και την απαραίτητη θεατρικότητα επί σκηνής και κάπως έτσι είχες την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε κάποιο μικρό live club τη δεκαετία του 80. Στα 45 λεπτά που είχαν στη διάθεση τους, κατάφεραν να κάνουν τον κόσμο να επιδοθεί σε ατελείωτο head banging. Ακούσαμε Unleash the Beast, Wings of Steel, Dark Tower, Dance With the Devil κι έκλεισαν με το Evil Witch, αφήνοντας πίσω ένα απολύτως ικανοποιημένο κοινό.

Αμέσως μετά κατηφορίσαμε πάλι προς τη Main 1, γιατί ξεκινούσαν οι The Warning. Οι αδελφές Villarreal από το Monterey, έχουν δημιουργήσει ένα υπέροχο μουσικό power trio, με σφιχτό και φρέσκο hard rock ήχο και σαφείς επιρροές από Halestorm, Muse και Metallica. Εκρηκτικές, γεμάτες ενέργεια και πάντα με το χαμόγελο στο στόμα και οι τρεις, ξεκίνησαν με S!CK και συνέχισαν με Qué Más Quieres (“un poquito español”, όπως το προλόγισε η Daniela), Escapism και MORE. Απίστευτα ταλαντούχες, είναι καταπληκτικό το πώς τρία μόνο άτομα καταφέρνουν και γεμίζουν αυτή την τεράστια σκηνή χωρίς να τις καταπιεί. Κρίμα που έπαιξαν μέρα μεσημέρι, την ώρα ακριβώς που ο ουρανός μας έλουζε με καυτή λάβα και αρκετοί από κάτω ήταν εντελώς ζαβλακωμένοι. Ακούσαμε ακόμα DISCIPLE, Hell You Call a Dream και Automatic Sun. Από το 2013-14 που διασκεύαζαν το Enter Sandman και το We’re Not Gonna Take it στο youtube έως το 2025 που παίζουν στις main σκηνές των μεγαλύτερων Ευρωπαϊκών φεστιβάλ, ένα τεράστιο και πολύ επιτυχημένο άλμα. Πολλά μπράβο σ’ αυτά τα κορίτσια, σίγουρα μία από τις μπάντες που θα πρωταγωνιστήσουν σε headline slots τα επόμενα χρόνια.

Επιστρέψαμε γρήγορα στην Altar γιατί οι Nervosa ήταν έτοιμες να ξεκινήσουν το set τους. Τώρα, αν περιμένεις από μένα αντικειμενική κριτική για τις Nervosa, προχωράς στην επόμενη μπάντα. Αν όμως θες να διαβάσεις για 45 από τα πιο όμορφα λεπτά ολόκληρου του τετραημέρου, αν θες να μάθεις πως τέσσερεις κοπέλες διέλυσαν μια ολόκληρη σκηνή, συνεχίζεις να διαβάζεις τις επόμενες γραμμές. Το τι θα επακολουθούσε, φάνηκε από το intro. Από τις πρώτες νότες του Seed of Death μέχρι τα ουρλιαχτά του Death, από το πρώτο ως το τελευταίο δευτερόλεπτο, οι στροφές ανέβαιναν διαρκώς, οι παλμοί δεν έπεσαν καθόλου, ο κόσμος εξαναγκάστηκε σε χωρίς παύση και χωρίς έλεος headbanging, χωρίς να λείπουν και τα απαραίτητα moshpits και crowd surfs. Το ογκώδες rhythm section της Gabriela (τύμπανα) και της Emmelie (μπάσο), τα κοφτά riffs και τα δαιμονισμένα φωνητικά της Prika, τα αιχμηρά leads της Έλενας, ήταν όλα εκεί, δημιουργώντας ένα δεμένο σύνολο που σε γράπωνε απ’ το λαιμό χωρίς να προλάβεις να βγάλεις άχνα. Η Prika ενθουσιασμένη, ούρλιαξε στο μικρόφωνο ότι θα μπορούσαν να παίζουν 4 ώρες ακόμα, παρά την αποπνικτική, σε σημείο λιποθυμίας, ζέστη. Η τελειότητα ντυμένη με νότες. Οι Nervosa δεν έπαιξαν απλά ένα καλό live. Οι Nervosa ισοπέδωσαν την Altar. Obrigado!

Χρειαζόμουν μερικές στιγμές ξεκούρασης μετά απ’ αυτό το live, οπότε έκανα μία χαλαρή βόλτα, ήπια τη μπύρα μου, άραξα λίγο στα φαγάδικα και στο wine bar που υπάρχει πριν τη warzone, έγινα μούσκεμα αφού χώθηκα κάτω από τους πίδακες νερού για δροσιά, πασαλείφτηκα αντηλιακό απ’ την κορφή ως τα νύχια, για να καταλήξω τελικά ανάσκελα στα γρασίδια για ένα γεμάτο ημίωρο. Όταν τελείωσε η μεσημεριανή ραστώνη, ήταν η ώρα που έπρεπε να κατέβω προς τη Main 1 για The Cult.

Ελπίζω να μην είναι κανένας τόσο τρελός ώστε να περιμένει να ακούσει τον Astbury να τραγουδάει όπως στα 80s ή τα 90s, έτσι; Είναι απόλυτα φυσιολογικό να μεγαλώνεις. Δεν τα είπε άσχημα, τα είπε με ελαφρώς διαφορετικό, αλλά πολύ όμορφο τρόπο. Πάντα με τη μπαντάνα στο κεφάλι και με ένα εξαιρετικό setlist (Wild Flower, Fire Woman, Love Removal Machine, Rain), απολαύσαμε μία ώρα αγνού hard rock κάτω από τον καυτό ήλιο.

Μετά το τέλος των Cult, έβγαιναν στη Main 2 οι Epica (η Main 1 με τη Main 2 είναι δίπλα-δίπλα και δεν παίζουν ποτέ παράλληλα) ενώ στην Altar οι Tankard ετοιμάζονταν για ένα thrash metal μακελειό.

Έκατσα για λίγη ώρα στις μεγάλες σκηνές, προκειμένου να πάρω μικρή γεύση από Epica. Η Simone Simons με την οπερατική της φωνή και τη χαρισματική της παρουσία, αλυσοδένει ομορφιά με δύναμη σε κάθε κομμάτι τους. Δυστυχώς έμεινα εκεί μόνο για τα τρία πρώτα τραγούδια. Το κακό με τα μεγάλα φεστιβάλ, είναι πάντα τα overlaps που τυχόν θα προκύψουν. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το δικό μου κριτήριο, πέρα από το προσωπικό γούστο και το ποια μπάντα σου αρέσει περισσότερο, είναι και το πόσες φορές έχεις (ή δεν έχεις) δει τις μπάντες που έχουν overlap. Στην προκειμένη περίπτωση Epica είχα δει τρεις φορές στο παρελθόν ενώ Tankard καμία. Έτσι, μετά τα Cross the Divide, Victims of Contingency, The Last Crusade και μερικές φωτογραφίες που τράβηξα από μακριά, κατέβηκα πίσω στην Altar.

Μπόλικο thrash, μπύρα, ιδρώτας, πόνος στον αυχένα από το χτύπημα, αυτά είναι τα υλικά της συνταγής των Tankard και είναι ιδιαιτέρως επιτυχημένη. Τους πρόλαβα από το Die With a Beer in Your Hand, για να ακολουθήσουν τα Chemical Invasion, Zombie Attack, A Girl Called Cerveza και το κλείσιμο με το (Empty) Tankard, αφήνοντας έναν εξαιρετικά ταλαιπωρημένο και ιδρωμένο, αλλά απόλυτα ικανοποιημένο και ευτυχισμένο κόσμο από κάτω.

Δεύτερο overlap της ημέρας, ήταν αυτό ανάμεσα σε Within Temptation και Exodus. Εδώ αποφάσισα να το παίξω μισό-μισό.

Οι Within Temptation ξεκίνησαν με We Go to War και Bleed Out, με την αιθέρια παρουσία της Sharon Den Adel ντυμένη με τη γαλλική σημαία και φορώντας μία χρυσή μάσκα, να συνδυάζει άψογα τα metal και κλασικά / συμφωνικά στοιχεία, διαθέτοντας μία εκπληκτική φωνητική γκάμα. Τραγούδια όπως το Faster, το Stand My Ground και το Paradise (What About Us) αιχμαλώτισαν το κοινό, συνδυάζοντας την ομορφιά του metal με την ποιότητα των οπερατικών ενορχηστρώσεων. Κάπου εκεί όμως, έπρεπε να επιστρέψω πίσω στις μικρές σκηνές, αφού ήθελα ν’ ακούσω λίγο thrash ακόμα.

Κατέβηκα λοιπόν στην Altar για Exodus, αλλά η σκηνή είχε ήδη πήξει, πράγμα λογικό, οπότε έπρεπε να σκαρφιστώ έναν τρόπο να φτάσω όσο πιο κοντά γίνεται. Χώθηκα από τη μεριά της Temple, αφού η Altar και η Temple είναι δίπλα η μία στην άλλη, δεν παίζουν παράλληλα και υπάρχει πρόσβαση από το πλάι της μίας στο πλάι της άλλης. Με συνεχείς ελιγμούς και λίγο ευγενικό σπρώξιμο, κατάφερα να πιάσω κάγκελο στο δεξί άκρο της σκηνής. Από κει βέβαια έβλεπα πεντακάθαρα Gary Holt και λιγότερο την υπόλοιπη μπάντα, αλλά δεδομένων των συνθηκών και της ώρας που κατέβηκα στο live, δεν γινόταν κάτι καλύτερο. Με υπέροχο, σφιχτό ήχο και ενέργεια στο maximum, με κιθάρες-ξυράφια έτοιμες να σε κόψουν στα δύο, έπαιξαν Blacklist, The Beatings Will Continue και A Lesson In Violence, για να έρθει η πιο επική στιγμή της βραδιάς, όταν κατά τη διάρκεια του The Toxic Waltz μπούκαρε στη σκηνή η Prika Amaral για ατελείωτο headbanging και υποβοήθηση στα backing vocals του τραγουδιού, ευτυχώς όλα από τη «δική μου» μεριά, οπότε είχα την τύχη να δω αυτή την έκρηξη αδρεναλίνης από πολύ κοντά. Το κλείσιμο ήρθε με το εμβληματικό Strike of the Beast, από τα πιο όμορφα thrash metal party που έχεις πάει στη ζωή σου.

Όταν οδηγείς καθημερινά από τη Nantes στο φεστιβάλ και πίσω, δεν κάνεις μαγκιές ούτε γίνεσαι ζαμπόν από τις μπύρες και φυσικά ένας καφές το βραδάκι είναι απαραίτητος για έξτρα ενέργεια. Αυτό ακριβώς πήγα να κάνω αμέσως μετά τους Exodus, ακούγοντας το Mother Earth από μακριά αφού οι Within Temptation δεν είχαν τελειώσει ακόμα το set τους, καθώς έπαιζαν 15 λεπτά παραπάνω από τους αρχιερείς του thrash.

Με τον καφέ στο χέρι και από σχετικά μακρινή απόσταση, αλλά βλέποντας (μερικώς) τη σκηνή και πεντακάθαρα τις γιγαντοοθόνες, έκατσα να δω και ν’ ακούσω λίγο Muse. Δεν υπήρξα ποτέ ιδιαίτερος fan της μουσικής τους, αλλά δεν γινόταν να μη δω έστω και λίγο από το show τους. Το debate για το αν έπρεπε ή δεν έπρεπε να είναι στο billing του φεστιβάλ ήταν ακόμα ζωντανό, καθώς το συγκεκριμένο θέμα συζήτησης το άκουγες σε διάφορα πηγαδάκια. Προσωπικά δεν είμαι κατά της προόδου και θεωρώ καλό το γεγονός να προστίθενται νέες μπάντες, ακόμα και από διαφορετικά μουσικά στυλ. Ίσως και ‘γω να γκρίνιαξα λιγάκι όταν είδα το line up, αφού προφανώς και με βάση τα ακούσματά μου, θα ήθελα κάτι βαρύτερο, όμως καταλαβαίνω την ανάγκη για φρέσκες ιδέες και μπάντες που δεν έχουν ξανάρθει. Το μόνο που θα πρέπει να προσεχθεί, είναι το γεγονός ότι το Hellfest έχει ήδη γίνει ένα από τα μεγαλύτερα φεστιβάλ στην Ευρώπη (για μένα είναι μακράν το μεγαλύτερο, αλλά εγώ είμαι γνωστός κολλημένος εδώ και 13 χρόνια με το συγκεκριμένο φεστιβάλ) και την εκτόξευσή του αυτή, τη χρωστάει, κατά ένα μεγάλο μέρος τουλάχιστον, στους μεταλλάδες. Θα πρέπει συνεπώς και αυτή την ομάδα ανθρώπων να συνεχίσει να την ικανοποιεί και να μη καταλήξει ένα φεστιβάλ με εντελώς ετερόκλητο κόσμο που θα έρχεται μόνο και μόνο για το θεαθήναι.

Οι Muse ξεκίνησαν με Unravelling και Stockholm Syndrome. Με μικρά προβληματάκια στον ήχο (κυρίως στις κιθάρες) αρχικά, τα οποία στη συνέχεια διορθώθηκαν, οι Muse έκαναν ότι καλύτερο μπορούσαν για να κερδίσουν το κοινό, προσαρμόστηκαν στις συνθήκες και «πέρασαν» riffs από σκληρότερους ήχους ανάμεσα στα κομμάτια τους. Για παράδειγμα το Duality των Slipknot κατά το κλείσιμο του Kill or Be Killed, το Calm Like a Bomb των RATM στο κλείσιμο του New Born και το βασικότερο, το Stranded των Gojira κατά τη διάρκεια του We Are F*cking F*cked. Δυνατή εμφάνιση, που πιθανότατα έπεισε όσους είχαν ακόμα ενδοιασμούς, με όμορφη σκηνοθεσία στα video walls και έξυπνη πλοήγηση σε όλη τη δισκογραφία τους.

Οι Sacred Reich είχαν ήδη παίξει ένα μεγάλο μέρος από το set τους όταν επέστρεψα στην Altar, όμως τα Manifest Reality, Ignorance, Surf Nicaragua και η διασκευή στο War Pigs, ήταν υπέρ αρκετά ώστε να σπάσουν και τα τελευταία άλατα του αυχένα μου. Μας ευχαρίστησαν που καταφέραμε να κάτσουμε μέχρι εκείνη την ώρα παρά τη φρικτή ζέστη, μας χαιρέτησαν, τους χαιρετήσαμε και ‘μεις και προχωρήσαμε για τα επόμενα.

Για κλείσιμο ημέρας, είχα τρεις επιλογές. Είτε Heilung στη Main 2, είτε Sex Pistols & Frank Carter στη Warzone, είτε In Extremo στην Temple. Τους τελευταίους τους είχα δει σχετικά πρόσφατα και γνωρίζοντας ότι παίζουν το αγαπημένο μου Vollmond νωρίς στο set, έκατσα στην Temple μέχρι να το ακούσω. Μετά με σχετικά γοργό ρυθμό κατευθύνθηκα στη Warzone, όμως γινόταν το αδιαχώρητο. Και από το μπροστινό μέρος της σκηνής και από το πλάι, ήταν εντελώς αδύνατον να πλησιάσεις. Καθώς δεν είμαι και το πρώτο μπόι, δεν μπορούσα ούτε καν να δω τις γιγαντοοθόνες, οπότε από το να κάτσω εκεί πίσω και απλά να ακούω Sex Pistols, προτίμησα να γυρίσω στις κεντρικές σκηνές για μία παγανιστική τελετή.

Τους Heilung τους είχα ξαναδεί στο Hellfest παλαιότερα στις μικρές σκηνές, αλλά η αλήθεια είναι πως τότε δεν είχα δώσει ιδιαίτερη σημασία. Εξάλλου πολλές φορές όταν οι μικρές σκηνές πήζουν, είναι αρκετά δύσκολο να απολαύσεις τον καλλιτέχνη, αν δεν έχεις πιάσει κάποια σχετικά καλή θέση εξαρχής. Τώρα όμως, στην άπλα της Main 2, τους απόλαυσα πραγματικά. Εκπληκτική σκηνογραφία, απίστευτα κουστούμια και θεατρικότητα στο έπακρο. Κερασφόροι, Δρυίδες, Πολεμιστές, ήχοι που θυμίζουν τη φύση, ήχοι πολεμικοί, χορός, τελετουργίες, στην ουσία δεν ήταν μία συναυλία αλλά μία καλοστημένη θεατρική παράσταση με λαμπρές ερμηνείες. Οι Heilung σε παρασύρουν μ’ αυτό που κάνουν και είναι κάτι πολύ παραπάνω από μία μουσική εμπειρία.

Όταν το show τελείωσε, η ώρα είχε ήδη πάει 2:15 και εντελώς γεμάτοι, από μία ακόμα υπέροχη μέρα, ξεκινήσαμε για το ξενοδοχείο.

Η Τρίτη μέρα ξεκίνησε με μία έκπληξη. Βροχή. Όχι έντονη, όχι μεγάλης διάρκειας, αλλά κάπως έτσι τα πράγματα έγιναν αυτομάτως χειρότερα, αφού μετά τη δεκάλεπτη δροσιά, η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική και δεν μπορούσες ούτε να πάρεις ανάσα. Αλλά γιατί γκρινιάζω, στην Κόλαση δεν είμαστε;

Καταφέραμε να φτάσουμε στο χώρο ακριβώς τη στιγμή που έβγαινε ο Ross the Boss με τη μπάντα του. Οι Manowar μπορεί να μην έπαιξαν ποτέ το 2019, όμως έξι χρόνια μετά, o original κιθαρίστας τους μας αποζημίωσε κατά κάποιο τρόπο, παίζοντας ένα full Manowar set, με κομμάτια όπως Blood of the Kings, Sign of the Hammer, Kill With Power, Fighting the World, Black Wind, Fire & Steel, Kings of Metal, Battle Hymns και Hail & Kill. Θα ήταν ιεροσυλία να το συγκρίνω με το πρωτότυπο, όμως ακόμα κι έτσι περάσαμε 40 υπέροχα λεπτά, αντάξια της φήμης του εμβληματικού κιθαρίστα.

Να μην ξεχάσω όμως να πω κι ένα μεγάλο ευχαριστώ στους security που έβγαιναν με τις τεράστιες μάνικες από τα pit και κατέβρεχαν τον κόσμο. Τόσο «ξύλο» (εντός πολλών εισαγωγικών και πάντα με την καλή έννοια) και σπρωξίδι για να προλάβεις να τρέξεις μπροστά και να γίνεις μούσκεμα, δεν είχα ξαναδεί, όμως λίγες σταγόνες δροσιάς ήταν απολύτως απαραίτητες. Εξάλλου μέσα σε πέντε λεπτά είχαμε ήδη στεγνώσει.

Μετά το δεύτερο καφέ της ημέρας, ξανακατεβήκαμε στη Main 1 για D.A.D. Οι Δανοί είχαν στη διάθεσή τους 45 λεπτά για να μας σερβίρουν καλό, καυστικό και γεμάτο ενέργεια hard rock. Ξεκίνησαν με το Jihad και δημιούργησαν χαμό με το Girl Nation. Ο τρελαμένος μπασίστας με το διάφανο δίχορδο μπάσο κλέβει την παράσταση με τη σκηνική του παρουσία, ανεβαίνοντας πάνω στα τύμπανα. Rock ‘n roll ντυμένο με σκηνική τρέλα και καλό χιούμορ, έκλεισαν με το Sleeping My Day Away, ότι καλύτερο για τη συγκεκριμένη ώρα της ημέρας.

Παρέμεινα στις μεγάλες σκηνές, αφού λίγο μετά έβγαιναν οι Visions of Atlantis. Συμφωνικό metal με πειρατική θεματολογία, όμορφα σκηνικά που έδιναν την αίσθηση ότι η σκηνή ήταν πειρατική γαλέρα, υπέροχη Clementine Delauney με τα καταπληκτικά της φωνητικά, αλλά και τα αντρικά του Michele Guaitoli να δένουν ιδανικά με τη μουσική τους. Όπως και στους Amon Amarth δύο χρόνια πριν, έτσι και εδώ, ο κόσμος υποχρεώθηκε να κάτσει στο γρασίδι και να τραβήξει κουπί, προκειμένου η γαλέρα να πλεύσει προς την ελευθερία. Με τη θεατρικότητα στο maximum, οι Visions of Atlantis έστησαν ένα πειρατικό show 45 λεπτών, καταγράφοντας έτσι στο ημερολόγιο του πλοίου τους μία ακόμα άκρως επιτυχημένη εμφάνιση.

Κάπου εκεί βρεθήκαμε με την Έλενα και την Emmelie από τις Nervosa και κάναμε μία μεγάλη βόλτα στο χώρο. Θαυμάσαμε για μία ακόμα φορά το υπέροχο άγαλμα του Lemmy, στη βάση του οποίου έχει τοποθετηθεί κι ένα τμήμα από τις στάχτες του και βγήκαμε για λίγο στην Hellcity Square για ψώνια. Επιστρέφοντας στο χώρο, ο Joe Bonamassa, o Glenn Hughes, o Derek Sherinian και ο Jason Bonham, ήταν έτοιμοι να βγουν στη σκηνή.

Δεν ξέρω αν σας αρέσουν τα supergroups, πάντως οι Black Country Communion δεν κάνουν πολύ συχνά περιοδείες, αφού όλοι όσοι συμμετέχουν είναι ανακατεμένοι και σε ένα σωρό άλλα μουσικά projects, συνεπώς αυτή ήταν μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να τους απολαύσουμε. Ο Hughes αγέραστος, αεικίνητος και χωρίς να έχει χάσει ίχνος από τη μαγική φωνή του, δίνει κατευθυντήριες οδηγίες στους νεότερους για το πώς παίζεται το παιχνίδι. Ο Sherinian γοητεύει στα πλήκτρα, ο Bonham ογκόλιθος με τη φωτογραφία του πατέρα του στα τύμπανα και ο βιρτουόζος Joe Bonamassa να σπέρνει νότες μαγικές στην ταστιέρα. Το υπέροχο One Last Soul, το The Outsider με την αλληλεπίδραση πλήκτρων και κιθάρας να προκαλεί δέος, το Red Sun, το Save Me και το κλείσιμο με το Black Country, ένας όμορφος καμβάς από blues, rock & funk ήχους, συγκλόνισε τον κόσμο που είχε μαζευτεί στη Main1.

Δεν απομακρυνθήκαμε πολύ. Για την ακρίβεια, δεν απομακρυνθήκαμε καθόλου, αφού το σημείο που καθόμασταν ήταν ακριβώς ανάμεσα στη Main 1 και τη Main 2, κι έτσι απλά στρέψαμε το κεφάλι μας προς τα αριστερά και περιμέναμε 5 λεπτά, μέχρι να βγει μία από τις μπάντες για την οποία κυριολεκτικά αδημονούσαμε.

Οι Savatage ξεκίνησαν με το The Ocean σαν intro, περνώντας κι ένα snippet από το City Beneath the Surface, πριν πέσουν οι πρώτες νότες του πιάνου για το Welcome. Zak Stevens σε καλή κατάσταση παρά την αφόρητη ζέστη, Caffery και Pitrelli στα άκρα της σκηνής, Middleton και Plate να δίνουν το ρυθμό και το riff του Jesus Saves να σκίζει τον αέρα. Σα να ζούσα σε όνειρο ήταν. Υπέροχα γραφικά που εναλλάσσονται σε κάθε κομμάτι, καλή απόδοση και ακόμα καλύτερος ήχος. Με πέθαναν με το Strange Wings (προσωπικό αγαπημένο) για να συνεχίσουν με Handful of Rain. Βολές κατά ριπάς με Chance, Gutter Ballet και Edge of Thorns, και καθώς για το επόμενο κομμάτι τα γραφικά “έσβησαν” ξαφνικά, ο Jon Oliva εμφανίστηκε στην οθόνη, μαυροφορεμένος και με σκούρα γυαλιά ηλίου, να παίζει το πιάνο του και να τραγουδάει την πρώτη στροφή του Believe, ενώ μετά ενσωματώθηκε μουσικά και η υπόλοιπη μπάντα πάνω στη σκηνή. Επόμενες εικόνες με πολλά κεράκια αναμμένα και ένα slide από φωτογραφίες του Criss. Ανατριχίλα και πολλά βουρκωμένα μάτια τριγύρω. Προσωπικά και εντελώς ασυναίσθητα, το συνδύασα και με δική μου σχετικά πρόσφατη απώλεια και η συναισθηματική φόρτιση χτύπησε κόκκινο. Με επανέφερε στην πραγματικότητα μία εκπληκτική εκτέλεση του Power of the Night για να έρθει ο επίλογος, ακριβώς όπως τον είχαμε όλοι φανταστεί. Με το ανυπέρβλητο, επικό Hall of the Mountain King. Κάπως έτσι μας χαιρέτησαν, αφήνοντάς μας με το στόμα ανοιχτό και την ελπίδα να τους ξαναδούμε όσο το δυνατό συντομότερα. Δεν ξέρω αν ήταν η καλύτερη συναυλία του τετραημέρου σε θέματα απόδοσης, setlist, ήχου ή οτιδήποτε άλλο, αλλά ξέρω ότι ήταν η συναυλία που μίλησε απ’ ευθείας στην ψυχή μου. Και μόνο γι αυτό, σε μία άτυπη βαθμολογία, θα την έβαζα πρώτη-πρώτη. Χίλια ευχαριστώ γι αυτό το δώρο.

Σχεδόν όλα όσα θέλαμε να δούμε το Σάββατο, έπαιζαν στις κεντρικές σκηνές, οπότε για μία ακόμα φορά απλά αλλάξαμε κατεύθυνση και στρέψαμε το βλέμμα μας στη Main 1. Εκεί δηλαδή που δύο περίεργοι τύποι με Ibanez κιθάρες, ανέβηκαν στη σκηνή κι άρχισαν να παίζουν θέματα που αμφιβάλω αν θα μπορούσε να τα παίξει άνθρωπος. Υπερβάλλω; Για κάποιον άρτια καταρτισμένο μουσικό, πιθανόν. Για μένα που είμαι απλός οπαδός και η σχέση μου με τις νότες είναι μερικά ακόρντα που μπορώ και βαράω στην κιθάρα μου, αυτά που είδα μου έριξαν το σαγόνι στα γόνατα.

Joe Satriani και Steve Vai, ή αλλιώς SatchVai band. Με μία ομάδα εκπληκτικών μουσικών για παρέα, ξεκίνησαν με το I Wanna Play My Guitar και βλέποντας τον Marco Mendoza στη σκηνή, προς στιγμήν πιστέψαμε ότι θα έχουν περισσότερα κομμάτια με φωνή, ωστόσο αυτή την ακούσαμε μόνο στην αρχή και το τέλος. Κανέναν δε χάλασε αυτό, βέβαια. Ακούστηκαν κομμάτια από τα προσωπικά πονήματα των δύο τεράστιων αυτών μουσικών, όπως τα Surfing With the Alien και Satch Boogie (Satriani) και τα For the Love of God και Teeth of the Hydra (Vai) μεταξύ άλλων, για να κλείσουν με μία εκπληκτική διασκευή του Born to Be Wild. Ένας συνδυασμός τεχνικής δεινότητας και δεξιοτεχνίας, ένα must-see live για όποιον ασχολείται με την εξάχορδη, και όχι μόνο.

Είχε αρχίσει να νυχτώνει όταν έπεσαν οι πρώτες νότες του War Pigs από τα ηχεία. Με το τέλος του εμβληματικού τραγουδιού των Black Sabbath, οι Judas Priest όρμησαν στη σκηνή με το All Guns Blazing. Με ένα set βασισμένο κυρίως στο Painkiller (Hell Patrol, A Touch of Evil, Painkiller, Between the Hammer & the Anvil, One Shot at Glory, Night Crawler), παρέδωσαν μαθήματα αυθεντικού heavy metal. Εκρηκτικός όπως πάντα o Richie Faulkner στο αριστερό μέρος της σκηνής, ενώ ο Andy Sneap στα δεξιά δείχνει ολοένα και πιο άνετος. Ο Ian Hill όπως πάντα πιο μαζεμένος και χωρίς να κινείται ιδιαίτερα (ορισμένες φορές αναρωτιέσαι μήπως και τον έχουν βιδώσει στη σκηνή) δίνει μαζί με τον τιτάνιο Scott Travis το ρυθμό. Ο Rob Halford είναι σε μεγάλα κέφια και η φωνή του βρίσκεται σε εξαιρετικό επίπεδο. Ο κάπως νοσταλγικός ρυθμός του You’ve Got Another Thing Coming αναγκάζει όλο τον κόσμο να μπει για τα καλά στο παιχνίδι, ενώ το πάντα απαραίτητο σε ένα set Judas Priest, Breaking the Law, κηρύσσει την επίσημη έναρξη του metal party. Μία αρκετά συγκινητική στιγμή ήταν η αφιέρωση του Giants in the Sky σε όλους τους μεγάλους μουσικούς που δεν βρίσκονται πλέον ανάμεσά μας, με το video wall να εναλλάσσει εικόνες με τις μορφές τους. Στο Hell Bent For Leather ο Rob μπήκε με τη μηχανή του στη σκηνή, ενώ το show έκλεισε με το Living After Midnight και όλο τον κόσμο να τραγουδάει το ρεφρέν. Δερμάτινα ρούχα, καρφιά, φλόγες, μηχανές, βαριά riffs, μελωδίες, κοφτερά lead, υπέροχα φωνητικά, ο θρύλος των Judas Priest είναι και θα παραμείνει ζωντανός. Το μήνυμα στο video wall “The Priest Will Be Back” εμφανίστηκε, ο Halford υποκλίθηκε και ‘μεις είχαμε ελάχιστο χρόνο στη διάθεσή μας για να ρίξουμε λίγο τους παλμούς από αυτό το απίστευτα όμορφο, αξέχαστο live.

Κι αυτό, γιατί πέντε λεπτά αργότερα, στη Main 1 τα φώτα έσβησαν, στην οθόνη άρχισε να προβάλλεται ένα υπέροχο μικρής διάρκειας video, και πέρασαν μπροστά από τα μάτια μας 60 χρόνια ιστορίας. Οι Scorpions βγήκαν στη σκηνή και ξεκίνησαν με μία υπέροχη εκτέλεση του Coming Home. Η φωνή του Klaus σίγουρα έχει ζήσει καλύτερες ημέρες, όμως ισχύουν όλα όσα έγραψα και για τους Cult. Είναι ανθρώπινο να μεγαλώνεις και κανείς δεν είναι τόσο τρελός ώστε να περιμένει από τους μουσικούς του ήρωες να χτυπάνε τις νότες που χτύπαγαν 20 και 30 χρόνια πριν. Τούτου λεχθέντος, η συναυλία ήταν μια υπέροχη περιήγηση στην τεράστια δισκογραφία του συγκροτήματος, με τους ήχους από κομμάτια όπως το Gas in the Tank, το Make it Real, το Steamrock Fever, το The Zoo, το Catch Your Train, το Bad Boys Running Wild, το Wind of Change, το Big City Nights να κόβουν στη μέση το νυχτερινό ουρανό της Clisson, μοιράζοντας έντονα συναισθήματα απόλαυσης, νοσταλγίας και συγκίνησης. Ο Rudolf Schenker στο αριστερό μέρος της σκηνής, ντυμένος μ’ ένα μπεζ μπουφάν με κρόσσια, γυαλιά ηλίου και καουμπόικο καπέλο κοπανάει τη μισή αμερικάνικη-μισή γερμανική flying V του, ο Mikkey Dee με το αμάνικο κάνει τα δέρματα των τυμπάνων να βρυχώνται και ο Matthias Jabs με το κλασσικό του jockey και την explorer φτύνει αιχμηρά leads, η μπάντα είναι σε μεγάλα κέφια και το show με τα υπέροχα φωτορυθμικά και τα συναρπαστικά γραφικά στο video wall προχωράει έως τη στιγμή που αμέσως μετά το Still Loving You, τα φώτα χαμηλώνουν και η μπάντα εγκαταλείπει τη σκηνή. Μα είναι δυνατόν να τελείωσαν έτσι; Προφανώς όχι. Άμεση επάνοδος για το Blackout και κλείσιμο, φυσικά, με το Rock You Like a Hurricane. Εξήντα χρόνια ιστορίας μέσα σε μιάμιση ώρα.

Για το τέλος της μέρας, μου είχαν μείνει οι Dream Theater. Τους έχω δει πάρα πολλές φορές και υπολόγιζα ν’ αράξω λίγο πίσω και να τους απολαύσω από μακριά, αλλά τώρα και με τον Portnoy πάλι στη σύνθεσή τους, κάτι μ’ έτρωγε και δεν κατάφερα να απομακρυνθώ, έπρεπε να τους ξαναζήσω από κοντά. Η φωνή του LaBrie όχι στα καλύτερά της, αλλά ουδόλως μας ενόχλησε αυτό. Οι DT είναι μία καλοκουρδισμένη μηχανή που δεν χάνει νότα, αλλά φαντάζομαι όλοι το περιμένατε αυτό. Το set είχε διάρκεια μία ώρα και 15 λεπτά, περιείχε εννέα κομμάτια progressive τελειότητας (Strange Déjà vu, Fatal Tragedy, As I Am, The Enemy Inside μεταξύ άλλων), ένα υπέροχο «πέρασμα» από το Wish You Were Here των Pink Floyd κατά τη διάρκεια του Peruvian Skies, για να έρθει το φινάλε με το Pull Me Under και κάπως έτσι, να τελειώσει και η τρίτη μέρα του φεστιβάλ.

Η τέταρτη και τελευταία μέρα, ήταν κάπως πιο ήρεμη. Αφενός γιατί το φεστιβάλ έκλεινε νωρίτερα (η τελευταία μέρα στο Hellfest τελειώνει πάντα γύρω στις 12-12:30 κι όχι στις 2:15 που τελειώνουν οι άλλες τρεις), αφετέρου γιατί είχαμε λιγότερα πράγματα που θέλαμε να δούμε. Αν συνυπολογίσει κανείς και την κούραση που είχε μαζευτεί από τις προηγούμενες τρεις μέρες, καταλαβαίνει γιατί ξεκινήσαμε για το χώρο λίγο πιο αργά και το πήγαμε όλο με χαλαρότερους ρυθμούς.

Φτάσαμε στο χώρο γύρω στις 14:00 και λίγη ώρα αργότερα, βγήκε στη Main 2 η Poppy. Αν ρίξεις σ’ ένα μουσικό κουβά λίγο pop, λίγο ηλεκτρονική μουσική, λίγο metal, λίγο hardcore και κάνεις ένα γερό ανακάτεμα, ίσως από μέσα πεταχτεί η Poppy. Με φρέσκες μουσικές ιδέες, ένα μείγμα από γλυκές, εύπεπτες μελωδίες, δυνατές κραυγές και βρυχηθμούς με βαριές κιθάρες από πίσω, κέρδισε τον κόσμο που είχε μαζευτεί. Η Poppy ντυμένη (σχεδόν) στα λευκά, ενώ όλα τα μέλη της μπάντας που τη συνόδευε φορούσαν full face, και το βασικό ερώτημα είναι πως κατάφεραν και επέζησαν μέσα σ’ αυτή τη ζέστη. Όπως και να ‘χει το τελικό οπτικό αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό και τα 45 λεπτά που είχε στη διάθεσή της, πέρασαν χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουμε.

Μία ακόμα μικρή βόλτα στο χώρο κι επιστροφή στην Altar για Gutalax. Τι είδαμε μόλις τώρα ρε παιδιά; Οι τύποι βγήκαν ντυμένοι με λευκές αντιβακτηριδιακές στολές έτοιμοι για χημικό πόλεμο. Οι ενισχυτές ήταν καλυμμένοι με πανό, έτσι ώστε να μοιάζουν με χημικές τουαλέτες. Μία φουσκωτή χημική τουαλέτα περιφερόταν πάνω από τα κεφάλια του κόσμου, δυο-τρία πιγκάλ έκοβαν βόλτες στον αέρα αλλάζοντας χέρια και άπειρα χαρτιά υγείας να ίπτανται από και προς τη σκηνή. Μας ευχαρίστησαν που ήρθαμε και μας ενημέρωσαν πως όλα τα κομμάτια τους θα ακούγονται ακριβώς όπως το πρώτο. Δίλεπτα-τρίλεπτα κομμάτια με κοφτά riffs, με γρυλίσματα και λαρυγγισμούς, άναρθρες κραυγές και ηχητικά εφέ τουαλέτας. Καταλαβαίνετε τι ακολούθησε. Και ναι, το χάρηκαν όλοι και ήταν διασκεδαστικό. Βασικά όχι απλά διασκεδαστικό, ήταν μία όαση δροσιάς μέσα στη ζέστη.

Είχε ήδη πάει 16:45 και καθώς τους Eagles of Death Metal που έπαιζαν στις μεγάλες σκηνές τους είχα ξαναδεί, προχώρησα προς τα φαγάδικα όπου και πέρασα ένα χαλαρό ημίωρο γεμίζοντας το στομάχι μου.

Κατέβηκα πάλι στη Main 1 για Motionless in White. Θεατρικότητα και σκηνική παρουσία ντυμένη με μία λίγο gothic-λίγο horror αισθητική, και ένα show υψηλής ενέργειας, παρά τα προβλήματα με τον κάπως μπάσο και μπουκωμένο ήχο που είχαν στην αρχή. Το set τους διάρκειας 50 λεπτών, περιορίστηκε αποκλειστικά στα 3 τελευταία album τους, με κομμάτια όπως το Thoughts & Prayers, το Necessary Evil, το Slaughterhouse, το Soft και το Eternally Yours. Φωτιές ξεπηδούσαν από κάθε πιθανό μέρος της σκηνής και σίγουρα όλο αυτό το θέαμα θα ήταν ομορφότερο αν είχε πέσει η νύχτα, αλλά δυστυχώς ήταν μόλις 6 το απόγευμα και ο ήλιος ακόμα έλαμπε, οπότε κάπως σα να χάθηκε λίγο ένα μέρος του show. Κάτι που βέβαια δεν προβλημάτισε τον κόσμο που συμμετείχε με ενθουσιασμό και μπόλικα singalongs. Δεν αναφέρω τα crowdsurfs, αυτά ήταν δεδομένα από την αρχή έως το τέλος. Σε γενικές γραμμές μία πολύ όμορφη παρουσία που κέρδισε τον κόσμο και ενίσχυσε τη φήμη τους ως ένα εξαιρετικό live act.

Την ίδια ώρα έπαιζαν στη Valley οι Kylesa. Είχα στο μυαλό μου να κατέβω προς τα κει μήπως και προλάβαινα το τέλος τους, αλλά οι Motionless in White κέντρισαν το ενδιαφέρον μου κι έκατσα στη μεγάλη σκηνή μέχρι το τέλος του set τους. Από εκείνο το σημείο και μετά μου βγήκε πολλή κούραση και προτίμησα να μην τεντώσω άλλο τον εαυτό μου τρέχοντας από τη μία σκηνή στην άλλη. Εκείνη την ώρα ήθελα απλά την τελευταία μπύρα της ημέρας και λίγο άραγμα αρχικά στο δασάκι και μετά στο χώρο πίσω από τα κεντρικά bar, εκεί δηλαδή όπου κάθε βράδυ στήνεται ένα κολασμένο σκηνικό με φωτιές, ένα όμορφο θέαμα που πρέπει κάποιος που θα έρθει Hellfest να βιώσει οπωσδήποτε έστω και για λίγα λεπτά.

Γύρω στις 9 το βράδυ, έβγαιναν στις μεγάλες σκηνές οι Cypress Hill και ο περισσότερος κόσμος είχε στριμωχτεί εκεί. Εγώ προτίμησα να κατέβω στη Warzone για Walls of Jericho.

Εκεί, είδα ένα πρώτης ποιότητας, με κοφτερά riffs και απαράμιλλη επιθετικότητα, metalcore live. Η Candace Kucsulain, κραυγάζει, χοροπηδάει, ζητάει circle pits από τον κόσμο διαρκώς, έχει το ημίτρελο βλέμμα του αρπακτικού που μόλις έχει εντοπίσει θύμα και είναι έτοιμο να το κατασπαράξει, όμως στο τέλος κάθε κομματιού, χαρίζει με αφθονία στο κοινό μερικά από τα ωραιότερα χαμόγελά της, με τα οποία μας ευχαριστεί. Η σκηνική παρουσία της μπάντας σε ξεσηκώνει, χωρίς εφέ, χωρίς περίεργα φωτορυθμικά, απλά με την ενέργειά τους και τον ιδρώτα που βγάζουν, σε ενσωματώνουν στην τρέλα τους, είτε το θες είτε όχι. Χώρεσαν 15 κομμάτια μέσα σε μία ώρα, μεταξύ των οποίων American Dream, All Hail the Dead, There’s no I in F*ck You, Forever Militant, Relentless, Feeding Frenzy και Revival Never Goes Out of Style. Ένα υπέροχο live, μου μετέδωσε τόση ενέργεια που ξέχασα την κούραση που είχα, μ’ έκανε να ζωντανέψω και να πιστεύω εκείνη τη στιγμή ότι θα άντεχα άλλες 4 μέρες σερί.

Όταν κατέβηκα πίσω στις κεντρικές σκηνές, ο κόσμος είχε ήδη μαζευτεί και γινόταν το αδιαχώρητο. Άλλοι προσπαθούσαν να πιάσουν καλή θέση για τους Linkin Park που έβγαιναν σε περίπου μία ώρα στη Main 1, άλλοι προσπαθούσαν να δουν τους Falling in Reverse που μόλις ξεκίναγαν στη Main 2. Οι τελευταίοι επέλεξαν το La Vie en Rose της Edith Piaf για intro, μέχρι να εμφανιστούν στη σκηνή και να ξεκινήσουν με Prequel και Zombified. Ο Ronnie Radke, τραβάει όλα τα φώτα πάνω του. Με πολλές φλόγες να ξεπετάγονται διαρκώς από τη σκηνή, συνέχισαν αυτό το μείγμα nu-metal με πολλές πιασάρικες μελωδίες και μία πρέζα hip-hop, παίζοντας F*ck You and All Your Friends, Bad Guy, Losing My Mind και The Drug in Me is You. Ο Radke υπερβολικά θεατρικός, με μία δόση προκλητικότητας, ίσως και αλαζονείας θα έλεγε κανείς, εγκατέλειψε τη σκηνή μετά το Just Like You, αν δεν κάνω λάθος (δήθεν ότι τελείωσε το show) ενώ η κάμερα τον ακολουθούσε μέχρι τα παρασκήνια. Αυτά τα “you guys don’t even like Americans”, “what the f*ck are you doing here” και διάφορα άλλα στολίδια που βγήκαν από το στόμα του ήταν υπερβολικά «στημένα» για μένα, αλλά αυτό είναι το show και σ’ όποιον αρέσει, θα μου πείτε. Το επόμενο κομμάτι τραγουδήθηκε από τα παρασκήνια και προβλήθηκε μέσω του video wall και επανήλθε στη σκηνή για τα God is a Weapon, Popular Monster, Ronald και Watch the World Burn ενώ το show έκλεισε παίζοντας από τα ηχεία το We Are the Champions. Είτε τον αγαπάς είτε όχι, είναι σαφές ότι ξέρει να αφήνει το δικό του αποτύπωμα και να εντυπωσιάζει.

Είχε φτάσει η ώρα για τους Linkin Park, που παρόλο που δεν είμαι και ο μεγαλύτερος fan, τους περίμενα με αρκετά μεγάλη ανυπομονησία. Καταρχάς, είχαν ακυρώσει το live τους δύο μέρες πριν, για λόγους υγείας όπως έγραφε η ανακοίνωση, χωρίς περεταίρω εξηγήσεις, οπότε ήμασταν όλοι λίγο ανήσυχοι σχετικά με το κατά πόσο θα μπορούσαν να αποδώσουν καλά. Το ότι επρόκειτο για θέμα υγείας και το ότι η ενημέρωση ήρθε με το σταγονόμετρο, έκανε τις φήμες να οργιάσουν σχετικά με το τι είχε συμβεί. Κατά δεύτερον, την τελευταία φορά που οι Linkin Park είχαν παίξει στο συγκεκριμένο φεστιβάλ πίσω στο 2017, οι αντιδράσεις του κόσμου ήταν μάλλον …χλιαρές, για να το πω κάπως ευγενικά. Έτσι ήμουν ιδιαίτερα περίεργος να δω πως θα τους υποδεχόταν φέτος το Γαλλικό κοινό.

Είχε πάει 10:55, όταν στις οθόνες εμφανίστηκε ένα πεντάλεπτο countdown και έπεσαν οι πρώτες νότες του Hell is For Children από τα ηχεία. Ξεκίνησαν με Somewhere I Belong, Lying From You και From the Inside. Ναι, υπήρξε η σχετική γκρίνια από κάποιους, κυρίως γιατί θεώρησαν πως η Emily Armstrong ήταν κάπως στατική και χωρίς ενέργεια. Ίσως πάλι οι φήμες που έλεγαν ότι η ακύρωση δύο μέρες πριν προήλθε από δική της εμπύρετη κατάσταση να αληθεύουν, δε το γνωρίζω αυτό. Η μουσική όμως είναι εδώ για να γεννάει συναισθήματα και ο καθένας τα βιώνει διαφορετικά, συνεπώς ότι γράψω παρακάτω, είναι η δική μου οπτική γωνία. Εγώ λοιπόν είδα μία εξαιρετική performer με μαγνητική παρουσία και κοφτερά φωνητικά και δεν θα ξεχάσω ποτέ τη φωνητική της έκρηξη στο Emptiness Machine. Τέλος πάντων, θα μπορούσα να γράψω απλά «Θεά Emily Armstrong» και να αποφύγω το παραπάνω λογύδριο. Οι νέες τους συνθέσεις πλησιάζουν πολύ περισσότερο τα ακούσματά μου σε σχέση με αυτές της εποχής του Chester, έτσι χάρηκα πολύ όταν άκουσα, εκτός του Emptiness Machine που γουστάρω τρελά, και τo Heavy is the Crown, το Overflow (στο intro του οποίου «πέρασαν» και νότες από το Enjoy the Silence), το Two Faced και το Up From the Bottom. Ο ήχος είναι καλός και ο κόσμος δείχνει πλέον να τους απολαμβάνει. Η σκηνογραφία με τα φώτα και τα λέιζερ είναι στο υψηλότερο επίπεδο, άριστα δουλεμένη και μαγευτική. Δεν παρέλειψαν φυσικά τα παλαιότερα hit τους (Numb, In the End, Faint) ενώ μία αρκετά συγκινητική στιγμή ήταν η εκτέλεση του Lost με τον Shinoda και την Emily Armstrong στο πιάνο και τη φωνή για το πρώτο κουπλέ / πρώτο ρεφρέν, πριν μπει και η υπόλοιπη μπάντα στο παιχνίδι. Το συγκεκριμένο τραγούδι, ενώ είχε ηχογραφηθεί το 2003, κυκλοφόρησε τελικά το 2023 μετά το θάνατο του Chester. Έκλεισαν το διάρκειας μιάμισης ώρας set τους με μία όμορφη εκτέλεση του Bleed it Out.

Αμέσως μετά και σχεδόν χωρίς καθόλου καθυστέρηση, ακούστηκαν από τα ηχεία AC/DC,  Slayer και Linkin Park, ενώ ο Γαλλικός ουρανός γέμισε από τα χιλιάδες πολύχρωμα πυροτεχνήματα που τόσο μας είχαν λείψει πέρυσι και παράλληλα σήμαναν το τέλος ενός ακόμα Hellfest. Αποχαιρετισθήκαμε, ρίξαμε μία τελευταία κλεφτή ματιά στο χώρο που μας έχει αιχμαλωτίσει την ψυχή, το μυαλό και την καρδιά εδώ και 13 χρόνια και πήραμε το δρόμο της επιστροφής.

Merci Hellfest, à la prochaine.

Φωτογραφίες: ΑΝΤΩΝΗΣ ΞΕΝΑΚΗΣ

Πέμπτη: HELLFEST OPEN AIR 2025 – BAND PHOTOSTORY – THURSDAY

Παρασκευή: HELLFEST OPEN AIR 2025 – BAND PHOTOSTORY – FRIDAY

Σάββατο: HELLFEST OPEN AIR 2025 – BAND PHOTOSTORY – SATURDAY

Κυριακή: HELLFEST OPEN AIR 2025 – BAND PHOTOSTORY – SUNDAY

Grounds/Moshpits/People: HELLFEST OPEN AIR – GROUNDS – MOSHPITS – PEOPLE

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *