Γράφει ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Δεν είναι πολλά τα live που περιμένεις με πραγματική ανυπομονησία. Εκείνα που όσο πλησιάζει η μέρα, τόσο περισσότερο νιώθεις πως δεν πρόκειται να είναι απλώς άλλη μία συναυλία.
Κι όταν πρόκειται για κάτι που περίμενες χρόνια να συμβεί εδώ, η προσμονή γίνεται ακόμα μεγαλύτερη.
Μερικά live απλώς τα βλέπεις. Κάποια άλλα ξέρεις από πριν ότι θέλεις να θυμάσαι πως ήσουν εκεί.
Οι Tormentor για πρώτη φορά στην Αθήνα, σε έναν από τους πιο αγαπημένους και αυθεντικούς χώρους της underground σκηνής.
Από εκείνες τις εμφανίσεις που κάποτε έμοιαζαν περισσότερο με ευχή παρά με κάτι που θα βλέπαμε πραγματικά να συμβαίνει εδώ.
Μπήκαμε στον χώρο σχετικά γρήγορα, χωρίς ιδιαίτερες καθυστερήσεις και περιττές χρονοτριβές. Μέχρι να γίνει η απαραίτητη στάση στο merch και να ρίξουμε μια πρώτη ματιά τριγύρω, η ώρα είχε ήδη πάει εννιά και πλέον περιμέναμε να ανέβουν στη σκηνή οι special guests της βραδιάς, οι Order of the Ebon Hand.
Ένα όνομα που μόνο άγνωστο δεν είναι σε όσους παρακολουθούν την εγχώρια black metal σκηνή. Με πάνω από δύο δεκαετίες παρουσίας στο ελληνικό underground, ξέραμε λίγο-πολύ τι να περιμένουμε. Και σε μια βραδιά με τόσο μεγάλη προσμονή για όσα θα ακολουθούσαν, η επιλογή τους για να ανοίξουν το συναυλιακό κομμάτι μόνο τυχαία δεν έμοιαζε.

Πριν όμως ακουστεί η πρώτη νότα του “Dreadnaught”, είχε προηγηθεί το καθιερωμένο εναρκτήριο τελετουργικό τους, δίνοντας από νωρίς στη σκηνή τον χαρακτήρα που απαιτούσε η περίσταση. Μια μικρή τελετουργική εισαγωγή που λειτούργησε σαν πέρασμα από την αναμονή σε αυτό που θα ακολουθούσε, δημιουργώντας την κατάλληλη ατμόσφαιρα πριν εξαπολύσουν το set τους.
Και κάπου εκεί, με το τελετουργικό να ολοκληρώνεται και τα πρώτα riffs να παίρνουν τη θέση του, η βραδιά ξεκινούσε ουσιαστικά.

Με εξαιρετικό ήχο από την πρώτη κιόλας στιγμή και αρκετό κόσμο να έχει ήδη πάρει θέση μπροστά στη σκηνή, δεν αργήσαμε καθόλου να ζεσταθούμε. Το εναρκτήριο τελετουργικό είχε ήδη δημιουργήσει το κατάλληλο κλίμα και, με τα πρώτα riffs, οι Order of the Ebon Hand μπήκαν κατευθείαν στην ουσία. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν άμεση και όσο το set προχωρούσε, η ένταση ανέβαινε σταθερά.
Σε αυτό βοήθησε φυσικά και ένας Ορέστης που εμφανίστηκε ζεσταμένος από το πρώτο λεπτό, κάνοντας τις γνωστές του «τρέλες» επί σκηνής και δίνοντας ακόμη περισσότερη ενέργεια στην εμφάνιση. Με τη μπάντα δεμένη και τον κόσμο να ακολουθεί, παρέδωσαν ένα εξαιρετικό set περίπου σαράντα λεπτών, επιβεβαιώνοντας στην πράξη πόσο εύστοχη ήταν η επιλογή τους για τη συγκεκριμένη βραδιά.
Ένα δυνατό εναρκτήριο κεφάλαιο, ακριβώς όπως έπρεπε, πριν έρθει η στιγμή για τον βασικό λόγο που βρισκόμασταν όλοι εκεί.

Ένα δυνατό εναρκτήριο κεφάλαιο, ακριβώς όπως έπρεπε, πριν έρθει η στιγμή για τον βασικό λόγο που βρισκόμασταν όλοι εκεί.
Και κάπου εδώ περνάμε στο κυρίως μέρος της βραδιάς. Η αναμονή είχε πλέον τελειώσει και η στιγμή που για χρόνια έμοιαζε μάλλον απίθανη είχε φτάσει: οι Tormentor για πρώτη φορά μπροστά στο αθηναϊκό κοινό.
Η ιστορική ουγγρική μπάντα, από την οποία ξεκίνησε ουσιαστικά η πορεία του Attila Csihar και που άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στο ευρωπαϊκό black metal, βρισκόταν επιτέλους μπροστά μας. Από εκείνες τις περιπτώσεις όπου το όνομα και μόνο κουβαλάει αρκετή ιστορία ώστε οι πολλές συστάσεις να περισσεύουν.

Με μια μικρή καθυστέρηση περίπου δεκαπέντε λεπτών και την ανυπομονησία να έχει πλέον χτυπήσει κόκκινο, το stage crew ολοκλήρωσε τις τελευταίες λεπτομέρειες και όλα ήταν έτοιμα.
Και τότε, υπό τους ήχους του “Tormentor I”, έγινε το αδιανόητο. Αυτό που μέχρι πριν από λίγο καιρό έμοιαζε περισσότερο με ευσεβή πόθο παρά με πραγματικότητα, συνέβαινε πλέον μπροστά στα μάτια μας. Οι Tormentor πατούσαν για πρώτη φορά αθηναϊκή σκηνή.
Ήταν από εκείνες τις στιγμές που για λίγα δευτερόλεπτα κοιτάς τη σκηνή και χρειάζεσαι χρόνο για να συνειδητοποιήσεις ότι αυτό που περίμενες τόσα χρόνια συμβαίνει πραγματικά μπροστά σου.
Με τη σύνθεση να παραμένει αναλλοίωτη από εκείνα τα μακρινά χρόνια του 1985 και με την απαραίτητη γοτθική ενδυμασία να παραπέμπει περισσότερο σε σκοτεινή ταινία τρόμου παρά σε μια συνηθισμένη συναυλιακή εμφάνιση, η εικόνα από μόνη της ήταν αρκετή για να σε μεταφέρει σε μια άλλη εποχή.

Και από τη στιγμή που ξεκίνησαν να παίζουν, τα πράγματα έγιναν ακόμη καλύτερα. “Elizabeth Bathory”, “Tormentor II”, “Damned Grave” και οι ύμνοι διαδέχονταν ο ένας τον άλλον, με το Anno Domini να έχει, όπως ήταν αναμενόμενο, την τιμητική του. Στην κυριολεξία ακούσαμε σχεδόν ολόκληρο τον δίσκο ζωντανά, κάτι που από μόνο του ήταν αρκετό για να δώσει στη βραδιά εκείνη την αίσθηση του «δεν πιστεύω ότι το βλέπω επιτέλους μπροστά μου».

Γιατί κάπου εκεί το Temple έπαψε να θυμίζει συναυλιακό χώρο και μετατράπηκε σε πραγματικό ring. Ανελέητο headbanging, ένα κοινό που ανταποκρινόταν με τέτοιο ενθουσιασμό σε κάθε riff και κάθε ξέσπασμα, που σε στιγμές νόμιζες πως το ταβάνι δεν θα άντεχε μέχρι το τέλος της βραδιάς.
Και το σημαντικότερο ήταν πως αυτή η ενέργεια δεν ερχόταν μόνο από κάτω. Σκηνή και κοινό έμοιαζαν να τροφοδοτούν συνεχώς το ένα το άλλο, ανεβάζοντας την ένταση κομμάτι με το κομμάτι. Δεν υπήρχε χώρος για ανάσες και, για εκείνες τις στιγμές τουλάχιστον, ούτε ιδιαίτερη σημασία είχε τι συνέβαινε έξω από τους τέσσερις τοίχους του Temple.
Ήταν ακριβώς το χάος που περιμέναμε ίσως και λίγο περισσότερο.

Μπροστάρης σε όλο αυτό, ένας Attila κυριολεκτικά αγέραστος και ετοιμοπόλεμος, να δίνει το 100% από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Με τη χαρακτηριστική θεατρικότητα και τις ερμηνείες του να κινούνται από ψιθύρους και ανατριχιαστικές απαγγελίες μέχρι εκείνα τα απόκοσμα ξεσπάσματα που τον έκαναν τόσο ξεχωριστό, είχε διαρκώς το κοινό στο χέρι. Δεν έμοιαζε με κάποιον που απλώς επέστρεφε στα τραγούδια με τα οποία ξεκίνησε πριν από δεκαετίες· έμοιαζε να τα ζει ξανά εκείνη ακριβώς τη στιγμή.

Και κάπως έτσι, σχεδόν χωρίς να καταλάβουμε πότε πέρασε η ώρα, φτάσαμε στο τέλος μιας βραδιάς που περιμέναμε πολύ καιρό. Οι τελευταίες νότες έσβησαν, τα φώτα άναψαν και έμεινε εκείνο το γνώριμο συναίσθημα πως μόλις είχες γίνει μέρος μιας συναυλίας που δύσκολα θα ξεχαστεί.
Οι προσδοκίες ήταν εξαρχής μεγάλες ίσως και επικίνδυνα μεγάλες για ένα όνομα με τέτοια ιστορία πίσω του. Κι όμως, όχι μόνο δικαιώθηκαν, αλλά σε αρκετές στιγμές ξεπεράστηκαν. Χωρίς να στηριχθούν αποκλειστικά στη νοσταλγία ή στο βάρος του παρελθόντος τους, απέδειξαν πάνω στη σκηνή γιατί τόσα χρόνια μετά εξακολουθούν να προκαλούν τέτοιο δέος.
Η πρώτη εμφάνιση των Tormentor στην Αθήνα πέρασε πλέον στην ιστορία. Και για όσους βρεθήκαμε εκεί, θα μείνει ως μία από εκείνες τις βραδιές που, χρόνια αργότερα, θα θυμόμαστε και θα λέμε με ένα χαμόγελο:
«Ήμουν κι εγώ εκεί».
Και τελικά, άξιζε κάθε λεπτό της αναμονής.

