Γράφει: Κωνσταντίνος Τολιόπουλος | Φωτογραφίες: Αγγελική Μπρεγιάννη
Ήταν περίπου 9:15 όταν μπήκαμε στον χώρο του Gazarte. Η αναμονή για την εμφάνιση των Βρετανών Conan ήταν ήδη αισθητή στην ατμόσφαιρα. Προσωπικά ανυπομονούσα να τους δω ζωντανά — δεν ξέρω ακριβώς γιατί, αλλά όσο περνούσε η ώρα ένα περίεργο αίσθημα προσμονής, σχεδόν αγωνίας, μεγάλωνε μέσα μου.
Σιγά-σιγά ο κόσμος άρχισε να γεμίζει τον χώρο. Κάθε λεπτό που περνούσε το Gazarte έμοιαζε να βαραίνει όλο και περισσότερο από την προσμονή. Άλλωστε είχαν περάσει πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που οι Conan επισκέφθηκαν τη χώρα μας, το μακρινό 2012, όταν είχαν εμφανιστεί στο αείμνηστο six d.o.g.s.

Στις 9:45 ακριβώς, τα φώτα έσβησαν. Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε σκοτάδι και εκείνη η ηλεκτρισμένη σιωπή που προηγείται πάντα από κάτι μεγάλο. Και τότε, μέσα σε επευφημίες, οι τιτανομέγιστοι Conan ανέβηκαν στη σκηνή.
Aπό το πρώτο κιόλας riff έγινε ξεκάθαρο ότι αυτό που θα ακολουθούσε δεν ήταν απλώς ένα live, αλλά ένα πραγματικό ηχητικό μακελειό.
Ο ήχος έπεσε πάνω στο κοινό σαν τεράστιο κύμα fuzz και χαμηλοκουρδισμένης βαρύτητας, κάνοντας τον χώρο να δονείται από άκρη σε άκρη — ευτυχώς είχα μεριμνήσει να πάρω μαζί μου ωτοασπίδες.
Ο ήχος που παράγουν οι Conan είναι από εκείνους που δεν περιορίζονται απλώς στο να γεμίζουν τον χώρο· τον καταλαμβάνουν ολοκληρωτικά. Οι κιθάρες του Jon Davis είναι κουρδισμένες τόσο χαμηλά και φορτωμένες με τόσο fuzz ώστε κάθε riff μοιάζει με τεράστιο ηχητικό όγκο που προχωρά αργά αλλά ασταμάτητα. Το μπάσο λειτουργεί σχεδόν σαν υπόγεια σεισμική δόνηση, ενισχύοντας το βάρος κάθε νότας, ενώ τα τύμπανα χτυπούν με έναν ρυθμό που θυμίζει πολιορκητική μηχανή έτοιμη να γκρεμίσει τα πάντα στο πέρασμά της.

Το αποτέλεσμα είναι ένας μονολιθικός, σχεδόν πρωτόγονος ήχος — αυτό που οι ίδιοι αποκαλούν “caveman battle doom”. Δεν πρόκειται για μουσική που απλώς ακούς· είναι μουσική που σε χτυπάει στο στήθος και σε περικυκλώνει, δημιουργώντας μια πυκνή, σχεδόν αποπνικτική ατμόσφαιρα που σε κρατά καρφωμένο στη θέση σου.
Σε κάθε κομμάτι είχες την αίσθηση ότι το Gazarte βρισκόταν ένα βήμα πριν την κατάρρευση. Τα riffs των Conan έπεφταν το ένα μετά το άλλο με τέτοια ένταση που το πάτωμα έτριζε και ολόκληρος ο χώρος δονούνταν. Η ηχητική πίεση ήταν τέτοια που πολλές στιγμές ένιωθες τον ήχο περισσότερο στο στήθος παρά στα αυτιά.
Κάπου εκεί εμφανίστηκε και κάτι που σπάνια βλέπει κανείς σε αυτόν τον χώρο: ένα μικρό αλλά ενθουσιώδες mosh pit μπροστά στη σκηνή. Αν και ξεκίνησε κυρίως από μια παρέα πιτσιρικάδων που αποφάσισαν να δώσουν λίγη παραπάνω ένταση στο κοινό, σύντομα περισσότεροι μπήκαν στον ρυθμό, δημιουργώντας μια ευχάριστα χαοτική εικόνα που ταίριαζε απόλυτα με τη βαρβαρότητα του ήχου.

Δυστυχώς, η βραδιά δεν κύλησε χωρίς προβλήματα. Κατά τη διάρκεια του σετ παρουσιάστηκαν αρκετά τεχνικά ζητήματα τόσο στον ήχο όσο και στον εξοπλισμό της μπάντας. Σε ορισμένες στιγμές υπήρχαν μικρές αστάθειες στον ήχο, ενώ κάποια στιγμή προέκυψε πρόβλημα και με την μπότα του drummer, γεγονός που ανάγκασε τη μπάντα να κάνει μια σύντομη παύση μέχρι να διορθωθεί το θέμα. Παρ’ όλα αυτά, οι Conan διαχειρίστηκαν την κατάσταση με επαγγελματισμό και, μόλις όλα επανήλθαν, συνέχισαν να σφυροκοπούν το κοινό με τα χαρακτηριστικά τους μονολιθικά riffs.
Σημαντικό ρόλο στην ατμόσφαιρα της βραδιάς έπαιξαν και τα visuals που προβάλλονταν πίσω από τη σκηνή.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του σετ των Conan, στην οθόνη προβάλλονταν σκηνές από παλιές ταινίες sword-and-sorcery και fantasy, γεμάτες μάχες, βαρβαρικούς πολεμιστές και επικές εικόνες που ταίριαζαν απόλυτα με τον πρωτόγονο χαρακτήρα της μουσικής τους.
Οι εικόνες αυτές λειτουργούσαν σχεδόν σαν φυσική προέκταση των riffs, ενισχύοντας την ήδη βαριά και επική ατμόσφαιρα που δημιουργούσε η μπάντα. Σε συνδυασμό με τον εκκωφαντικό ήχο και τον χαμηλό φωτισμό του Gazarte, το αποτέλεσμα ήταν μια εμπειρία που έμοιαζε περισσότερο με τελετουργία παρά με μια απλή συναυλία.

Συνολικά, η εμφάνιση των Conan στο Gazarte ήταν μια εμπειρία όσο βαριά και επιβλητική περιμέναμε. Παρά τα μικρά τεχνικά προβλήματα, το τρίο κατάφερε να παραδώσει ένα καταιγιστικό σετ γεμάτο μονολιθικά riffs και ασφυκτική ένταση, αποδεικνύοντας για ακόμη μια φορά γιατί θεωρούνται από τις πιο επιβλητικές παρουσίες στον χώρο του doom metal.
ΥΣ: Σεβασμός μεγάλος στον drummer που άνοιξε την μπύρα με την μπαγκέτα των ντραμς!!

